tsimpinos kataskebastiki

π. Χρύσανθος, ο ιερέας των λεπρών της Σπιναλόγκας

Με αφορμή τον θόρυβο για τον κορωνοϊό και τη θεία Μετάληψη, δημοσιεύουμε στη συνέχεια ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Μαρίας Παστουρματζή με τίτλο: “Αγάπησέ με”, εμπνευσμένο από τον βίο του “Αγίου των λεπρών” στη Σπιναλόγκα, π.Χρύσανθου Κατσουλογιαννάκη, του ιερέα που κοινωνούσε για πολλά χρόνια τους λεπρούς και δεν αρρώστησε ποτέ!

Η Λειτουργία έφτανε στην ιερή κορύφωση της προσφοράς τού σφαγιαζόμενου Αμνού. Το σώμα του ιερέα σκίρτησε με αγωνία ακόμα πιο βαθιά. Βρισιές κι ανόσια ακούσματα θα βεβήλωναν κείνη την ώρα τη φρικτή και άγια.

«Τά σά ἐκ τῶν σῶν» ψέλλισε με χείλη που τρεμούλιαζαν και γονάτισε μπρος στην Αγία Τράπεζα. Άξαφνα μια κραυγή αλλιώτικη μαχαίρωσε όλες τις βέβηλες φωνές.

Ήτανε ένα ουρλιαχτό σπαρακτικό, μακρόσυρτο που ξεπετάχτηκε από τα τζάμια του νοσοκομείου απέναντι. Μέσα του σπαρταρούσανε θαρρείς όλα τα δάκρυα του ανθρώπου από τη μέρα που περπάτησε στη γη. Τα χάχανα και οι βρισιές βουβάθηκαν μεμιάς, τα επιπόλαια τραγούδια κοκκαλώσανε.

Μονάχα εκείνο το βασανισμένο ουρλιαχτό συνέχιζε, δυνάμωνε, κομμάτιαζε τους ουρανούς, ορμούσε μέσα στον ναό, πλανιότανε πάνω απ’ το λογχισμένο Σώμα του Αμνού στο ιερό δισκάριο.

Κόμποι ιδρώτα στάλαζαν στο μέτωπο του παπα-Χρύσανθου. «Καί ποίησον τόν μέν Ἄρτον τοῦτον τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ Σου. Ἀμήν», ψιθύριζε αρθρώνοντας αργά τις λέξεις του που σκεπάζονταν απ’ το πονεμένο ουρλιαχτό.

Ο πόνος του ανθρώπου ακούμπαγε ζεστός πάνω στο πληγωμένο Σώμα του θεού που είχε λογχίσει ο λειτουργός με δέος και ευλάβεια. για μια στιγμή του φάνηκε πως ο Αμνός γινόταν όλος μια πληγή –έπαιρνε πάνω Του ο θεός του κόσμου την πληγή– άνθρωπος και θεός πονούσανε μαζί κι εκείνος χάιδευε με αγωνία και τους δυο πασχίζοντας να ακουμπήσει την οδύνη του ανθρώπου στη θυσία του θεού. «Σέ ὑμνοῦμεν, Σέ εὐλογοῦμεν, Σοί εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καί δεόμεθά Σου ὁ θεός ἡμῶν», έψαλλε κατανυκτικά ο Μάρκος έξω απ’ το Ιερό.

Έκανε το σταυρό του και σηκώθηκε απ’ τα γόνατα.

Ένιωθε ένα οξύμωρο ανακάτεμα οδύνης και γαλήνης μέσα του. Εκείνη η θεία Λειτουργία, η πρώτη στο νησί των ζωντανών νεκρών θα τον σημάδευε ανεξίτηλα σαν ένα βίωμα ανείπωτο.

Μονάχα εκείνο το γλυκό, παράξενο τουρτούρισμα του πόνου και της ηδονής θα τον βεβαίωνε πως ο θεός ήταν εκεί. Άπλωνε απ’ τον σταυρό τα ματωμένα χέρια Του, για να σφογγίσει τον ιδρώτα του σ’ αυτή τη σπαραγμένη γη. Σήκωσε ευγνώμονα τα μάτια του ψηλά.

«Κύριε! Ἰησοῦ μου!», ψέλλισε. δεσμίδες φως λευκόχρυσο τυλίγανε τα ξύλα του σταυρού. Πέφτανε απαλά σαν ένα αχειροποίητο χρυσό μανδήλιο πάνω στο δισκοπότηρο. «Κύριε, Ἰησοῦ μου!», επανέλαβε με ζεστό πόθο στη φωνή.

Άξαφνα θαρρείς απάντηση σ’ εκείνη την καρδόβγαλτη ικεσία του ακούστηκε το τρίξιμο της πόρτας του ναού και μια ανθρώπινη σκιά γλίστρησε μέσα του. γύρισε αυθόρμητα να δει.

Μέσα στο μισοσκόταδο γνώρισε την κουτσουρεμένη σιλουέττα που τον υποδέχθηκε εχθές στον κόσμο του νησιού.

Έσερνε το βασανισμένο σώμα του ώς τη μαρμάρινη κολώνα πίσω απ’ τα στασίδια για να στηριχθεί. Ο παπα-Χρύσανθος σήκωσε αργά το χέρι του και τον ευλόγησε.

Μέσα του ήξερε ότι εκείνη η ψυχή θα ήταν σύμμαχος στον αλγεινό αγώνα του.

Η Λειτουργία τώρα συνεχιζόταν πιο εύκολα.

Οι ευχές ανέβαιναν λευτερωμένες απ’ το βάρος της ψυχής ώς την υπέρτατη κορύφωση της προσφοράς του Μυστηρίου στους πιστούς. Με χέρια που όπως πάντοτε τρέμαν απ’ την ευλάβεια, πήρε το δισκοπότηρο.

«Μετά φόβου θεοῦ πίστεως και ἀγάπης προσέλθετε», κάλεσε τους ελάχιστους πιστούς και κοίταξε δεξιά. Ο Μάρκος που ως εκείνη τη στιγμή καθότανε κουλουριασμένος στο στασίδι του με το κεφάλι του χωμένο ανάμεσα στις χούφτες του τινάχτηκε όρθιος. Ζύγωνε με διστακτικά, μισοσκιαγμένα βήματα το Άγιο Ποτήριο.

Είχε σταυρώσει τα μικρά του χέρια στην καρδιά και όλο του το κορμί τουρτούριζε αναστατωμένα από τον πόθο και το φόβο του. Έτσι λεπρός, με την καρδιά φουρτουνιασμένη από τα δάκρυα, ένιωθε ακόμα πιο ανάξιος αλλά και πιο αναγκεμένος να ενωθεί με τον θεό.

Σαν σίμωσε, άγγιξε με τις άκρες των δακτύλων του το Ιερό Μανδήλιο. Μια σύσπαση, κάτι που έμοιαζε μακάριο και ευδαιμονικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλια του. Τα αγαθά του μάτια βυθιστήκαν με λαχτάρα μες σε ̓κείνα του πατέρα του. Δάκρυα σπαρταρούσανε στις άκρες τους.

Ο ιερέας ανατρίχιασε. Πρώτη φορά διάβαζε τόση ευγνωμοσύνη μες σε μάτια ανθρώπινα την ώρα που τους κοινωνούσε τον θεό. Εκείνη η στιγμή τον σύντριβε κάτω απ’ το βάρος της μεγαλωσύνης της. Πρώτη φορά αγάπησε τόσο πολύ το ράσο του που ̓χε μισθώσει τη ζωή του στην ανάγκη του θεού.

«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ θεοῦ Μάρκος», είπε σιγά και η φωνή του ράγισε, για να συνεχιστεί στο καρ- διακό της δοξολόγημα στον θρόνο του θεού.

Ήταν ο μόνος που κοινώνησε. Έρριξε μια κλεφτή ματιά στον Ρεμουνδάκη όμως εκείνος έμεινε ασάλευτος με το κεφάλι του σκυμμένο σταθερά στη γη.

Σαν άκουσε το καταληκτικό «Χριστός ἀνέστη» σύρθηκε αθόρυβα έξω απ’ τον ναό. Έμεινε μόνος με τον Μάρκο να διαβάσει την Ευχαριστία και να κάμει την κατάλυση. Ώρα πολλή ξεχάστηκε στην προσευχή μπροστά στην Πρόθεση.

Εκείνη η θεία Λειτουργία, οδυνηρή και τόσο διαφορετική απ’ όσες είχε κάνει ώς τώρα στη μονή αλλοίωνε την ύπαρξη του ολόκληρη. Σαν βγήκε απ’ τον ναό όλος ο κόσμος του φαινότανε αλλιώτικος, λουσμένος μυστηριακά και υπερκόσμια στο φως.

Ακόμα και οι σιλουέττες των λεπρών που ̓τανε μαζεμένοι εδώ κι εκεί του μοιάζαν τυλιγμένες σ’ ένα διάφανο καθάριο φως που μεταμόρφωνε τον τρόμο της ασχήμιας τους.

Τους χαιρέτησε ευγενικά με ένα κούνημα του κεφαλιού και κατευθύνθηκε στην προκυμαία αμίλητος. Εκείνοι τον κοιτάζανε περίεργα σαν να ΄χε έρθει από άλλη γη.

«Φεύγεις, παπά;», ρώτησε κάποιος σπάζοντας την παράξενη σιωπή.

«Ναι», έγνεψε.

Ήταν η ώρα του να φύγει πια, να επιστρέψει στη μονή όπως του ̓χε ζητήσει ο ηγούμενος διονύσιος. «θα ̓ρθω την άλλη Κυριακή να λειτουργήσουμε ξανά», είπε, επίμονα μιλώντας στον πληθυντικό.

Ο Μάρκος τον συνόδεψε ώς κάτω στο λιμάνι κλαίγοντας. Μπήκε στη βάρκα που περίμενε.

«Την άλλη Κυριακή», είπε παρηγορητικά και σήκωσε το χέρι του σ’ αποχαιρετισμό.

Η Σπιναλόγκα έφευγε μακριά.
«Την άλλη Κυριακή», είπε ξανά μα ήξερε πως η ψυχή του είχε μείνει εκεί, γονατιστή στο Ιερό του Αη-Παντελεήμονα να περιμένει το πρωί της άλλης Κυριακής.

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ