grylos-aggouridakis

Το ατιμώρητο έγκλημα του Χρηματιστηρίου Αθηνών




Το ελληνικό χρηματιστηριακό κραχ του ’99 είναι η ξαφνική και απότομη πτώση που σημείωσαν οι τιμές των περισσότερων μετοχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), η οποία ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1999 και συνεχίστηκε μέχρι την άνοιξη του 2003. Το κράχ αυτό είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική πτώση της συνολικής κεφαλαιοποίησης του Χρηματιστηρίου και την μεγάλη μείωση του ονομαστικού πλούτου για την πλειονότητα των εγγεγραμμένων επενδυτών. Το κραχ επηρέασε μεγάλο μέρος των Ελλήνων, καθώς οι ενεργοί επενδυτές είχαν φτάσει τα 1,5 εκατομμύρια, και οδήγησε σε πολυετείς δικαστικές διαμάχες για την εύρεση και την τιμωρία πιθανών ενόχων, γι’ αυτό και έγινε γνωστό ευρέως ως το «σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», παρόλο που εν τέλει όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Η άνοδος 

Η ραγδαία άνοδος των τιμών των μετοχών στο ΧΑΑ, γνωστή και ως «φούσκα του Χρηματιστηρίου» είχε ξεκινήσει ήδη από το 1997. Όπως περιγράφουν τα συμπεριφορικά οικονομικά, οι οικονομικές φούσκες οφείλονται σε ένα συνδυασμό προκαταλήψεων που οδηγούν σε ομαδική απερισκεψία και αγελαία συμπεριφορά. Στην περίπτωση της ελλαδικής χρηματιστηριακής φούσκας 1997-1999, ένας συνδυασμός οικονομικών παραγόντων, όπως η άρση πολλών διεθνών περιορισμών στην διακίνηση κεφαλαίων, η ψηφιακή επανάσταση και το διαδίκτυο, η μείωση των καταθετικών επιτοκίων, η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, η μείωση του πληθωρισμού, η βελτιωμένη δημοσιονομική εικόνα της χώρας, μεταξύ άλλων, δημιούργησαν την εντύπωση μιας σημαντικής βελτίωσης των θεμελιωδών παραμέτρων της ελλαδικής οικονομίας. Η διεθνής εικόνα των αγόρων συνέβαλε επίσης σε μεγάλο βαθμό στην φούσκα του ΧΑΑ, εφόσον παρατηρήθηκαν παρόμοιες φούσκες στα περισσότερα μεγάλα χρηματιστήρια του εξωτερικού.

Η έναρξη της φούσκας απέφερε υψηλά κέρδη σε μικρό αριθμό επενδυτών μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την προσέλκυση ολοένα και περισσότερων επενδυτών που επεδίωκαν να αντιγράψουν αυτή την επιτυχία. Το καλοκαίρι του 1999, η ενασχόληση με το χρηματιστήριο είχε φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Ακόμη και σε μικρά χωριά υπήρχαν ΕΛΔΕ (εταιρείες λήψης και διαβίβασης εντολών) που λειτουργούσαν ως γραφεία διαμεσολάβησης για την αγορά και πώληση μετοχών. Υπολογίζεται ότι πάνω από 1.300 εταιρείες δραστηριοποιούνταν στο Χρηματιστήριο. Έτσι λοιπόν, ο γενικός δείκτης του ΧΑΑ που βρισκόταν στις 933 μονάδες τον Δεκέμβριο του 1996 έφτασε στο ιστορικο υψηλό των 6.335 μονάδων στις 17 Σεπτεμβρίου 1999 (αύξηση 579%). Ο όγκος των ημερήσιων συναλλαγών είχε ξεπεράσει τα 570 δισεκατομμύρια δραχμές (1,8 δισεκατομμύρια ευρώ), ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου έφτασε τα 212,8 δις ευρώ, που αντιστοιχούσε στο 182% του ΑΕΠ.

Η πτώση 

Η πτώση ξεκίνησε την Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 1999 αλλά έγινε ιδιαίτερα αισθητή από τις 23 Σεπτεμβρίου και μετά, με τον γενικό δείκτη να σημειώνει πτώση 12,7% σε 3 ημέρες και πτώση άνω των 1.000 μονάδων σε μία βδομάδα. Η καθοδική πορεία συνεχίστηκε μέχρι τον Μάρτιο του 2003, με τον γενικό δείκτη να έχει πέσει στις 1.467 μονάδες. Το κραχ ενισχύθηκε από την μαζική συνειδητοποίηση ότι υπήρχαν μετοχές–«φούσκες», οι οποίες είχαν μεν υψηλή ονομαστική αξία, αλλά αυτό δεν είχε αντίκρυσμα σε πραγματική αξία βάσει της οικονομικής δραστηριοτήτας της εταιρείας.

Τα αίτια του κραχ

Τα χρηματιστηριακά κραχ είναι ένα γνωστό κοινωνικό φαινόμενο κατά το οποίο κάποια εξωτερικά οικονομικά γεγονότα συνδυάζονται με την ψυχολογία της μάζας δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου η πώληση μετοχών από κάποιους επενδυτές οδηγεί ακόμα περισσότερους επενδυτές στην πώληση μετοχών. Οι επενδυτές πουλάνε κάτω από συνθήκες πανικού ή βιασύνης επειδή νομίζουν ότι οι τιμές θα καταρρεύσουν και αυτό καταλήγει σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Στην περίπτωση του κραχ του 1999, πολλές από τις μετοχές εταιρειών που είχαν εισαχθεί στο ΧΑΑ αποδείχτηκαν «φούσκες», δηλαδή μετοχές με πολύ υψηλές τιμές που δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματική αξία των εταιρειών, εφόσον αυτές είχαν ελάχιστη οικονομική δραστηριότητα και είχαν κύριο σκοπό την δημιουργία μιας επίπλαστης ελκυστικής εικόνας στο Χρηματιστήριο. Το κοινωνικό φαινόμενο του χρηματιστηριακού κραχ συνέβη την ίδια περίοδο (τέλη 1999–αρχές 2000) σε πολλά χρηματιστήρια του εξωτερικού, όπως αυτά των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Αυτό αποδόθηκε στην εναπόθεση πολλών ελπίδων στην ψηφιακή επανάσταση ως πηγή αέναης ανάπτυξης και προόδου. Η διόγκωση της φούσκας ενισχύθηκε και από τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ, που εξυμνούσαν το χρηματιστήριο και καλλιεργούσαν μια υπέρμετρα θετική εντύπωση για την μελλοντική εξέλιξη των δεικτών με σκοπό να καρπωθούν πολιτικά οφέλη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν μια προεκλογική αφίσα του ΠΑΣΟΚ για τις ευρωεκλογές του 1999, με τίτλο «Σήμερα 1.000.000 επενδυτές ξέρουν ότι οι μετοχές τους έχουν αξία», και δήλωση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Καραμανλή, ο οποίος λίγες μέρες πριν το κραχ έλεγε: «πιστεύουμε ότι σήμερα το χρηματιστήριο είναι σε μια φάση έντονης ανάπτυξης και πιστεύουμε ότι στο μέλλον, κοντινό και απώτερο, θα είναι ακόμη πιο ανθηρό».

Η φούσκα και το κραχ στην Ελλάδα είχαν ακόμα μεγαλύτερη ένταση απ’ ό,τι στο εξωτερικό, επειδή επενδύθηκαν πολλά χρήματα σε μετοχές μικρών εταιρειών της περιφέρειας που κατέρρευσαν ευκολότερα και επειδή υπήρχε σημαντικός βαθμός άγνοιας για τους ασφαλείς τρόπους ανάληψης ρίσκου και για την φύση των διαφόρων επενδυτικών προϊόντων.[5]

Διαπλοκή και αθέμιτες πρακτικές

Μια πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη στις χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι η εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών. Με αυτό τον τρόπο, άτομα που γνωρίζουν εκ των έσω θετικές ή αρνητικές πληροφορίες για μια εταιρεία μπορούν να αγοράσουν ή να πουλήσουν τις μετοχές της προτού δημοσιοποιηθούν αυτές οι πληροφορίες, ώστε να επωφεληθούν οικονομικά. Κάποιοι τρόποι εκμετάλλευσης εμπιστευτικών πληροφοριών είναι παράνομοι σε κάποιες χώρες. Όμως την εποχή της ελλαδικής χρηματιστηριακής φούσκας, το θεσμικό πλαίσιο ήταν διάτρητο και οι εποπτικοί μηχανισμοί ανεπαρκείς. Επιπλέον, υπήρχαν ανέκαθεν διάφορες εταιρείες που υπέγραφαν συμβάσεις με το κράτος για κατασκευή έργων ή παροχή προϊόντων και υπηρεσιών. Η προοπτική ή η ανακοίνωση τέτοιων συμβάσεων ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε αύξηση της μετοχικής τιμής τέτοιων εταιρειών, επομένως τα υψηλόβαθμα στελέχη των εταιρειών αυτών και οι κρατικοί λειτουργοί που γνώριζαν εκ των προτέρων για τέτοιες συμβάσεις βρίσκονταν σε προνομιακή θέση και είχαν την δυνατότητα εκμετάλλευσης τέτοιων εμπιστευτικών πληροφοριών. Τέλος, η εισαγωγή της μετοχής μιας εταιρείας στο Χρηματιστήριο απαιτούσε χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες και αυτό έδινε την δυνατότητα σε άτομα που είχαν την εύνοια των κυβερνώντων να παρακάμπτουν την αναμονή.

Όλες αυτές οι πρακτικές δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι αποτέλεσαν μέρος ενός ενιαίου οργανωμένου σχεδίου, αλλά αποτέλεσαν τις δράσεις επιμέρους προσώπων τα οποία θέλησαν να εκμεταλλευτούν την αναδυόμενη χρηματιστηριακή φούσκα. Οι πρακτικές αυτές δεν θα απέδιδαν παρά μόνο αν υπήρχε ήδη κλίμα υπερβολικής αισιοδοξίας και αγελαίας συμπεριφοράς, ένα κλίμα τροφοδοτούμενο και από την διεθνή αισιοδοξία της εποχής, που εκτόξευσε τις τιμές των μετοχών, καθ’ ό,τι η φούσκα παρατηρήθηκε ακόμα και σε μετοχές εταιρειών που δεν είχαν επιδοθεί σε αθέμιτες πρακτικές.

Απόηχος του κραχ και απόδοση ευθυνών

Το κραχ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, σε πολιτικό και ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Υπήρξαν ακόμα και διαδηλώσεις έξω από το κτήριο του ΧΑΑ στην οδό Σοφοκλέους. Ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της τότε κυβέρνησης Σημίτη διαβεβαίωναν ότι οι κλυδωνισμοί στο Χρηματισήριο ήταν προσωρινοί. Ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης δήλωσε τον Οκτώβριο του 1999 στο Ελεγκτικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ ότι «σε ένα-δύο 24ωρα η κατάσταση στο Χρηματιστήριο θα έχει ομαλοποιηθεί», ενώ ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννος Παπαντωνίου δήλωνε ακόμα και τον Απρίλιο του 2000, με τον γενικό δείκτη ήδη κάτω από 5.000 μονάδες, ότι «η περίοδος της νευρικότητας στο χρηματιστήριο έχει ημερομηνία λήξης, είναι η 9η Απριλίου, είναι η επανεκλογή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Εμείς, το ΠΑΣΟΚ είμαστε εγγυητές της ομαλής πορείας των αγορών». Την ίδια αισιοδοξία απέπνεαν και οι προεκλογικές δηλώσεις του προέδρου της ΝΔ, Κώστα Καραμανλή, ο οποίος δήλωνε: «εγγυούμαστε απόλυτα για μια διαρκώς ανοδική πορεία του Χρηματιστηρίου από τις 10 Απρίλη».

Καθώς όμως η πτώση των δεικτών συνεχίστηκε και μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ τελικά κατέθεσε πρόταση μομφής κατά του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γιάννου Παπαντωνίου, η οποία καταψηφίστηκε την 1η Φεβρουαρίου 2001 με 154 υπέρ και 125 κατά. Κατά την συνεδρίαση εκείνη, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κώστας Καραμανλής δήλωσε ότι «το όνειρο του εύκολου πλουτισμού, που υποσχόταν η Κυβέρνηση, μετατράπηκε σε εφιάλτη για σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο επενδυτές, με ευθύνη της Κυβέρνησης», ενώ η γενική γραμματέας του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα ρωτούσε επιτακτικά: «Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να ζητήσει συγνώμη επιτέλους για ό,τι έγινε;» Από την άλλη, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης δικαιολόγησε την πτώση των δεικτών λέγοντας ότι οφειλόταν στο διεθνές κλίμα που συμπαρέσυρε και τα χρηματιστήρια του εξωτερικού, ενώ ο υπουργός κ. Παπαντωνίου υπεραμύνθηκε της κυβερνητικής πολιτικής λέγοντας ότι το θεσμικό πλαίσιο βρισκόταν σε «πλήρη εναρμόνιση με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα».

Η υπόθεση πήρε και τον δρόμο της δικαιοσύνης με επίσημη δικαστική διερεύνηση που οδήγησε στον έλεγχο 23 εταιρειών για χειραγώγηση μετοχών. Η υπόθεση καθυστέρησε πολλά χρόνια, κάτι το οποίο επιδεινώθηκε λόγω εμπλοκής της ανακρίτριας σε παραδικαστικό κύκλωμα. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών αποφάσισε εν τέλει το 2009 να παραπέμψει 67 άτομα σε δίκη. Με εφετειακό βούλευμα, οι κατηγορούμενοι μειώθηκαν σε 42. Το εφετείο κατέληξε ομόφωνα το 2013 στην απαλλαγή και των 42 κατηγορουμένων για αδικήματα απάτης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κατόπιν αίτησης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε την αθωωτική απόφαση το 2016. Η δεύτερη δίκη ξεκίνησε το 2017 με μόνο 36 κατηγορούμενους, καθώς οι άλλοι έξι είχαν αποβιώσει. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων εκδίκασε την υπόθεση το 2018, απαλλάσσοντας τελεσίδικα όλους τους κατηγορούμενους με πλειοψηφική απόφαση 2 προς 1. Η Εισαγγελέας της έδρας άσκησε εκ νέου έφεση με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Πενταμελές Εφετείου Αθηνών, το οποίο, όμως, απέρριψε την έφεση ως αναιτιολόγητη κατά την έναρξη της διαδικασίας.

 

 

wikipedia

 



ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ
Click to Hide Advanced Floating Content