grylos-aggouridakis

Oκτώβριος 1973 – Ο Πόλεμος του «Γιομ Κιπούρ»

Γράφει ο Διονύσιος Ι. Θεοδωρίτσης Αντ/γος ε.α.

Στις 6 Οκτωβρίου ( ημέρα έναρξης)  συμπληρώνονται  48  χρόνια από τον  Αραβο-Ισραηλινό Πόλεμο του 1973, που είναι γνωστός  ως : « Πόλεμος του Γιόμ Κιπούρ» ( εβραϊκή  εορτή  του Εξιλασμού ) , ή  «Πόλεμος του Ραμαζανιού» ( έγινε , στο μέσον περίπου της περιόδου της μουσουλμανικής εορτής του Ραμαζανιού), ή « Πόλεμος   του Οκτωβρίου » ( για τους Αιγυπτίους) . Ο πόλεμος αυτός , στην ουσία Αιγυπτο-Ισραηλινός,  υπήρξε  μεγάλης σημασίας για  τη  Μέση Ανατολή . Οδήγησε στη συμφωνία του Camp David και στη «μερική εξομάλυνση» των σχέσεων μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ.   Σε πολιτικό επίπεδο, ο πρωταρχικός στόχος τoυ  Αιγυπτίου προέδρου Muhammad  Anwar Al Sadat  (1918 – 1981), ήταν να εξαναγκασθεί το Ισραήλ να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις.

Ο Sadat εκτιμούσε ότι : η αήττητη στρατιωτική μηχανή  του Ισραήλ και η αντίληψη της φυσικής προστασίας  του από τα υψίπεδα του Γκολάν , τον Ιορδάνη ποταμό και – κυρίως – τη διώρυγα του Σουέζ , αποτελούσαν τη βάση της ισραηλινής αδιαλλαξίας να διαπραγματευτεί. Έκρινε λοιπόν, ότι έπρεπε να σπάσει – με κάθε θυσία – αυτή  την ισραηλινή στάση, με ένα νέο ( μετά το 1967 ), μικρής διάρκειας, ταχύ, αποφασιστικό και  άρτια προπαρασκευασμένο πόλεμο, που θα εξυπηρετούσε πλήρως τον τεθέντα πρωταρχικό πολιτικό του στόχο.

Οι Αιγύπτιοι διασχίζουν τη Διώρυγα του Σουέζ, εισβάλλοντας στη Χερσόνησο του Σινά

 

Το στρατηγικό σχέδιο των αιγυπτιακών δυνάμεων, προέβλεπε επίθεση επί ευρέως μετώπου, που κάλυπτε το μήκος της διώρυγας του Σουέζ , χωρίς όμως να προβλέπει εκμετάλλευση σε μεγάλο βάθος, λόγω της αναμφισβήτητης αεροπορικής υπεροχής των ισραηλινών δυνάμεων. Στην ουσία, ο αιγυπτιακός στρατός δεν θα μπορούσε να υπερβεί, χωρίς  ιδιαίτερα μεγάλες απώλειες, την αντιαεροπορική ομπρέλα, που  του εξασφάλιζαν  τα αντίστοιχα μέσα του.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αιγυπτιακού σχεδίου υπήρξε, η «αποδοχή» σε αυτό  μεγάλου αριθμού προτάσεων, από τα χαμηλά κλιμάκια της ιεραρχίας, δεδομένου ότι το σχέδιο ήταν προσαρμοσμένο στις δυνατότητες των εκτελεστών του, παράλληλα με την αύξηση τόσο του ηθικού των «μικρών» αξιωματικών, όσο και  της εμπιστοσύνης τους προς την στρατιωτική τους ηγεσία. Ο ίδιος ο Sadat είχε δηλώσει επισήμως ότι, το σχέδιο επιχειρήσεων του πολέμου του Οκτωβρίου 1973, υπήρξε αποτέλεσμα μεγάλης  προσπάθειας του συνόλου των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του.

Ειδικότερα, το σχέδιο παραπλάνησης των Αιγυπτίων, υπήρξε άρτιο.  Σε αυτό βοήθησε και η απέλαση των σοβιετικών συμβούλων από την Αίγυπτο (1972), γιατί – υπό των  Ισραηλινών και πολλών άλλων –  θεωρείτο αδύνατη  οποιαδήποτε πολεμική ενέργεια των Αιγυπτίων , χωρίς την υποστήριξη της Σοβιετικής  Ένωσης. Από το 1972, άρχισαν συνεχείς «εκπαιδευτικοί» συναγερμοί και  ασκήσεις «ρουτίνας» του αιγυπτιακού στρατού, πλησίον  της διώρυγας  του Σουέζ. Οι ασκήσεις εστιάζονταν στον ακριβή σχεδιασμό και σε διαρκείς επαναλήψεις ενεργειών, ώστε σε πραγματική κατάσταση οι εκτελεστές – κυρίως τα χαμηλόβαθμα στελέχη και οι οπλίτες – να είναι σε θέση να εκτελέσουν μηχανικά, κατά τρόπο άμεσο και επιτυχή, τις σχετικές διαταγές. Οι συνεχείς ασκήσεις αυτές, σκοπίμως εν μέρει ορατές και από τα ισραηλινά τμήματα προκαλύψεως, παγιοποίησαν την εντύπωση   σε όλους – ιδίως όμως στους Ισραηλίτες – ότι αποτελούν  ασκήσεις « συνήθειας ».

Το Μάιο 1973, ο Sadat διέταξε μερική επιστράτευση και ταυτόχρονα ο ίδιος και ο σύμμαχός του, πρόεδρος της Συρίας  Hafez Αl Αssad, άρχισαν να καλλιεργούν και  να κλιμακώνουν  ένα πολεμικό κλίμα, συγχρόνως με τα αιγυπτιακά και συριακά ΜΜΕ. Το Ισραήλ απάντησε άμεσα με μερική επιστράτευση που του στοίχισε εκατομμύρια δολάρια, παρά και την αντίθετη άποψη των υπηρεσιών πληροφοριών του οι οποίες, μετά το νικηφόρο Αραβο-Ισραηλινό πόλεμο του 1967, εκτιμούσαν διαρκώς  ότι οι Άραβες δεν είχαν τη δύναμη να  απειλήσουν σοβαρά το  Ισραήλ. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα οι Αιγύπτιοι απέλυσαν τους επιστράτους, προβάλλοντας μάλιστα συνεχώς στα διεθνή ΜΜΕ κινήσεις  φαλάγγων προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα πολλά οχήματα ήσαν κενά οπλιτών, διότι ενεργές και πλήρως επανδρωμένες στρατιωτικές μονάδες ( με επάνδρωση υπερβαίνουσα το 100%, ώστε να υλοποιούνται «αδιατάρακτα» και  οι όποιες ανάγκες του προσωπικού τους ) παρέμειναν στην περιοχή της διώρυγας. Η άμεση αντίδραση του Ισραήλ  με μερική επιστράτευση  έπεισε την κοινή γνώμη της χώρας  για την αποτελεσματική αντίδραση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων , και – παράλληλα – για τη ματαίωση των όποιων επιθετικών προθέσεων των Αράβων.

Μετά από πολύπλευρες και μυστικές προετοιμασίες, η οριστική απόφαση για την έναρξη του πολέμου ελήφθη – πιθανότατα – κατά τη διάρκεια της Αραβικής Συνόδου Κορυφής ( Κάιρο , 12 Σεπ 1973 ). Ως ημέρα D καθορίστηκε η 6η Οκτωβρίου . Σε αυτό βεβαίως συνηγόρησαν , η εορτή του «Γιόμ Κιπούρ»       ( ημέρα αργίας  για όλες τις υπηρεσίες του Ισραήλ  ) , η εορτή του «Ραμαζανιού» ( κατά τη διάρκεια της οποίας δεν θα αναμενόταν πολεμική ενέργεια από Μουσουλμάνους), η προεκλογική περίοδος στο Ισραήλ ( είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τον Οκτώβριο ), και οι δυσμενείς καιρικές προβλέψεις για αεροπορικές επιχειρήσεις  στο μέτωπο της Συρίας.

Η πρωθυπουργός του Ισραήλ Γκόλντα Μέιρ

Στις 04.00 της 6ης Οκτωβρίου, όπως και έγινε εκ των υστέρων  γνωστό, ο ΥΕΘΑ τoυ Ισραήλ Μoshe Dayan έλαβε «ειδοποίηση» από  «μη κατονομαζόμενη πηγή του εξωτερικού», κατά την οποία επρόκειτο – την ίδια ημέρα – να επιτεθούν στο Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Συρία. Ακολούθησαν  διαδοχικές συσκέψεις  με  την  Π/Θ  Golda Meir και τη στρατιωτική ηγεσία, κατά τις οποίες συζητήθηκαν – αλλά δεν εγκρίθηκαν τελικά – προληπτικό κτύπημα ( έναρξη εχθροπραξιών από το Ισραήλ θα έστρεφε όλη τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον του) και επιστράτευση ( θα επέφερε μεγάλο πλήγμα στην οικονομία και  – συνακόλουθα – αντιδράσεις της κοινής γνώμης στη χώρα ). Στο στρατιωτικό πεδίο, τα φυλάκια κατά μήκος της διώρυγας του Σουέζ ήσαν – λόγω της εορτής του «Γιομ Κιπούρ» – ελλιπώς επανδρωμένα  και  τα  αεροσκάφη απαιτούσαν αρκετό χρόνο  για  την προετοιμασία αποστολών εγγύς υποστηρίξεως, εξοπλισμένα ήδη  για προληπτικό κτύπημα  κατόπιν διαταγής  που εξεδόθη αμέσως μετά την παραπάνω «ειδοποίηση» στις 04.00 της 6ης Οκτωβρίου .

Στις 14.00 ακριβώς  άρχισε η επίθεση των Αράβων, με ιδιαίτερα σφοδρή προετοιμασία Πυροβολικού, την οποίαν και ακολούθησαν – στις 14.05 –  ταυτόχρονες επιθέσεις σε όλο το μήκος των συνόρων . Η 14.00 ώρα επελέγη για λόγους αιφνιδιασμού, καίτοι ο ήλιος έπεφτε επάνω στα σκοπευτικά όργανα των αιγυπτιακών αρμάτων μάχης.  Παράλληλα, η αιγυπτιακή αεροπορία προσέβαλε συνεχώς στρατηγικούς στόχους του Ισραήλ. Ο στρατηγικός αιφνιδιασμός υπήρξε σχεδόν πλήρης. Ο τακτικός αιφνιδιασμός απόλυτος. Οι ισραηλινές δυνάμεις  είχαν – μόλις πριν από 4 ώρες – αρχίσει μερική επιστράτευση . Η γενική επιστράτευσή τους απαιτούσε 72 ώρες περίπου. Στο μέτωπο της Αιγύπτου, πέντε Μηχανοκίνητες Μεραρχίες , διαθέτουσες και Μονάδες Αλεξιπτωτιστών – Καταδρομών, διέβησαν  τη διώρυγα του Σουέζ  σε μεγάλο εύρος και επετέθησαν κατά της οχυράς γραμμής Bar Lev. Κατά την  εκτίμηση των Ισραηλινών, η υπόψη ισχυρά οργανωμένη  οχυρά γραμμή  – σε συνδυασμό με τη διώρυγα  εμπρός  της – θα κρατούσε την εχθρική δύναμη για 24 έως 48 ώρες, επανδρωμένη μάλιστα μόνο με τμήματα προκαλύψεως. Οι Αιγύπτιοι  είχαν αναπτύξει  ένα σύστημα εκτοξεύσεως νερού με υψηλή  πίεση ( πίδακες νερού υψηλής πίεσης ) και δημιούργησαν ταχύτατα  ρήγματα στα αναχώματα. Είχαν επίσης αξιοσημείωτες ικανότητες στη γεφύρωση υδάτινων κωλυμάτων, λόγω της συνεχούς, εντατικής και ρεαλιστικής εκπαίδευσής τους, σε  παρεμφερή υδάτινα κωλύματα . Κατόρθωσαν έτσι να προωθήσουν στη χερσόνησο του Σινά 80.000 άνδρες και 700 περίπου άρματα μάχης, σε χρόνο λιγότερο από 72 ώρες. Η διάβαση της διώρυγας υπήρξε υποδειγματική, γεγονός που εξέπληξε τους πάντες. Το αναφερόμενο σύστημα πιδάκων νερού υψηλής πίεσης, λειτούργησε και με μεγάλο αριθμό αντλιών «Μαλκότση» ελληνικής κατασκευής, τις οποίες η Αίγυπτος εισήγαγε συστηματικά και τμηματικά από την Ελλάδα,  για την ύδρευση καλλιεργήσιμων εδαφών στις όχθες του Νείλου ποταμού.   

Οι Αιγύπτιοι αρχικά, είχαν επιτύχει μια σημαντική τακτική νίκη. Όμως  δεν επεδίωξαν να προελάσουν  σε βάθος στη χερσόνησο του Σινά, δεδομένης της αντιαεροπορικής αδυναμίας τους, αλλά και της  αποτυχίας των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Συρίας. Ποιοτικά  υπέρτερες  ισραηλινές δυνάμεις  εστράφησαν άμεσα κατά των Σύριων, με τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες δυνάμεις από τα υψίπεδα του Γκολάν, δεδομένου ότι η Συρία ευρισκόταν πιο κοντά στις μεγάλες πόλεις / οικονομικά κέντρα του Ισραήλ, και  προξένησαν  μεγάλες καταστροφές στην πολεμική μηχανή της Συρίας. Το αιγυπτιακό επιτελείο βρέθηκε σε πολύ δυσχερή  θέση. Τα επιτυχή αποτελέσματα των αρχικών επιθετικών ενεργειών  μπορούσαν να απολεσθούν, εάν οι αιγυπτιακές δυνάμεις  επιχειρούσαν περαιτέρω  εναντίον ενός αντιπάλου, ιδιαίτερα ικανού σε επιχειρήσεις τεθωρακισμένων και γενικά σε « μάχη ελιγμών », και με μεγάλη αεροπορική υπεροχή. Παρά ταύτα , διατάχθηκε  γενική επίθεση στις 14 Οκτωβρίου  για τη διάσπαση της αμυντικής διάταξης των Ισραηλινών,  σε απάντηση και των εκκλήσεων των Σύριων για βοήθεια, οι οποίοι είχαν υποστεί  συντριπτικά κτυπήματα από τις δυνάμεις  του Ισραήλ στο μέτωπο της Συρίας. Τα αποτελέσματα της γενικής αυτής επίθεσης υπήρξαν απογοητευτικά  για τους Αιγυπτίους, οι οποίοι υπέστησαν σημαντικές καταστροφές από τις ισραηλινές δυνάμεις, ιδίως σε αρματικό και μηχανοκίνητο δυναμικό. Στη συνέχεια, άρχισε η αντεπίθεση των Ισραηλινών  με  ταχύτατη  κρούση στην περιοχή  του συνδέσμου των Β΄και Γ΄ αιγυπτιακών Στρατιών, από δύναμη τεθωρακισμένων υπό τον  Ariel Saron  η οποία, αφού δημιούργησε  ρήγμα ανάμεσα στις δύο Στρατιές,  διέβη τη διώρυγα και  απέκοψε τις γραμμές ανεφοδιασμού της Γ΄αιγυπτιακής Στρατιάς που ενεργούσε ανατολικά της διώρυγας του Σουέζ. Η παρουσία των  ισραηλινών τεθωρακισμένων δυτικά της διώρυγας του Σουέζ  δημιούργησε ιδιαίτερα σοβαρή απειλή  και για τις εγκαταστάσεις διοικητικής μέριμνας του αιγυπτιακού στρατού.

Καμία από τις Μεγάλες Δυνάμεις ( ΗΠΑ – ΕΣΣΔ) δεν επιθυμούσε συνέχιση των εχθροπραξιών, που θα δημιουργούσε μια γενικότερη ανάφλεξη στην ευρύτερη περιοχή,  και μάλιστα στην « λίαν  ευαίσθητη »  παγκοσμίως περιοχή της Μέσης Ανατολής, με απρόβλεπτα  αποτελέσματα.  Αυτό το είχε κατά νου  ο Sadat όταν αποφάσισε να υλοποιήσει τους πολιτικούς του σκοπούς, μέσω λεπτομερώς προπαρασκευασμένης και αιφνιδιαστικής  στρατιωτικής ενέργειας . Εκτίμησε επίσης  ορθά  ότι, η κατοχή  της διώρυγας του Σουέζ  από ένα μόνο κράτος (κατοχή ιππαστί) και όχι από δύο, εξυπηρετούσε το « Διεθνή   Παράγοντα », για προφανείς βεβαίως λόγους  . Στις 22  Οκτωβρίου το  ΣΑ των ΗΕ, αποφάσισε την αναστολή των εχθροπραξιών, και τελικά η κατάπαυση του πυρός επήλθε στις 24 Οκτωβρίου 1973, ημέρα κατά την οποία  οι αιγυπτιακές δυνάμεις εξακολουθούσαν να ευρίσκονται ανατολικά της διώρυγας του Σουέζ.

Aπό  στρατιωτικής  πλευράς, κύρια επιτυχία των Αιγυπτίων  υπήρξε  η επίτευξη σχεδόν πλήρους στρατηγικού και απόλυτου τακτικού αιφνιδιασμού. Χωρίς να παραγνωρίζεται βεβαίως η υποδειγματική  – από κάθε άποψη –  σχεδίαση και εκτέλεση  της  παραπλάνησης που επέτυχαν  οι Αιγύπτιοι, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ισραήλ  φέρει  ευθύνη γι αυτό. Οι στρατιωτικοί στόχοι του Sadat ήταν βεβαίως  περιορισμένοι. Ο πόλεμος γι αυτόν αποτελούσε σαφέστατα   μοχλό προώθησης πολιτικών στόχων. Ήταν το μόνο μέσον που θα οδηγούσε σε επαναδιαπραγμάτευση του Μεσανατολικού Ζητήματος. Αυτή η επαναδιαπραγμάτευση, υπήρξε ο πρωταρχικός  πολιτικός στόχος του Sadat. Ο δεύτερος πολιτικός του στόχος, ήταν να εδραιώσει την Αίγυπτο ως ηγέτιδα δύναμη στα αραβικά κράτη. Με αυτόν τον τρόπο, η χώρα του θα μπορούσε να διαπραγματευθεί  με τις άλλες αραβικές χώρες  από θέση ισχύος. Ο τρίτος και τελευταίος πολιτικός στόχος του Sadat, ήταν να λειτουργήσει εκ νέου η διώρυγα του Σουέζ, κάτι το οποίο και επετεύχθη. Η διώρυγα αποδόθηκε στην Αίγυπτο, η εκμετάλλευση της οποίας βοήθησε τη χώρα να καλύψει τις οικονομικές απώλειες του πολέμου και συνετέλεσε τα μέγιστα στην περαιτέρω ανάπτυξή της.

«Ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» (Klausewitz). Ο πόλεμος της 6ηςΟκτωβρίου 1973, απετέλεσε για την Αίγυπτο μια μεγάλη επιτυχία, παρά το γεγονός ότι  στο στρατιωτικό πεδίο  τα τελικά αποτελέσματα υπήρξαν μικρά. Αναφερόμενος στο Αιγυπτιακό Κοινοβούλιο ο Πρόεδρος Sadat δήλωσε : «Ανεξάρτητα με το τι θα γίνει στην έρημο, πετύχαμε μια νίκη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Με κάθε στρατιωτικό κριτήριο, οι ένοπλες δυνάμεις της Αιγύπτου πραγματοποίησαν ένα θαύμα και ο πολιτικός χάρτης της Μέσης Ανατολής έχει πια αλλάξει >>.

Τόσο ο Αραβο-Ισραηλινός πόλεμος «των Έξι Ημερών» (1967), όσο και ο υπόψη  πόλεμος του «Γιόμ Κιπούρ» (1973), είχαν διεθνώς βεβαίως λίαν σημαντική ενεργειακή διάσταση . Επίσης, κάποια / όποια σχέση και με τα τεκταινόμενα  (έτη 1967 και 1973 ) στη χώρα μας. Το πετρελαικό «εμπάργκο» του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών ( ΟΠΕΚ ), κατά τον πόλεμο του «Γιόμ Κιπούρ» (1973), επέφερε επώδυνες οικονομικές συνέπειες που οδήγησαν σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία. Ο γενόμενος τότε τετραπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου, εκτροχίασε οικονομικά τις μη πετρελαϊκές χώρες και απέβη υπέρ των πετρελαιοεξαγωγικών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Σοβιετική ένωση, χώρα μη μέλος του ΟΠΕΚ και επί πολλά έτη «σύμμαχος» της Αιγύπτου   { σημ. : το τελευταίο αναφέρεται, επειδή εκτιμάται ότι – ενδεχομένως – βοηθά και στην κατανόηση  πρόσφατων γεγονότων στην περιοχή μας, τα οποία η χώρα μας δείχνει σήμερα να αντιμετωπίζει με αφέλεια και αγνωστικισμό}.

Πολλά και ποικίλα τα ( πολιτικά και στρατιωτικά ) διδάγματα από τον πόλεμο της 6ηςΟκτωβρίου 1973. Άλλη η εποχή μας και τα σύγχρονα πολεμικά μέσα. Οι παράγοντες όμως και οι βασικές αιτίες «τοπικών πολέμων» παραμένουν αμετάβλητα. Καλόν θα είναι, και  ιδιαίτερα σήμερα, να ενστερνιστούμε ως χώρα, τόσο στο πολιτικό – όσο και  στο στρατιωτικό επίπεδο, τα όποια  διδάγματα και να λάβουμε επίσης υπόψη τα αναγκαία χρήσιμα παραδείγματα.

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ
Click to Hide Advanced Floating Content