Η «τουρκική πονηριά», ο «τούρκικος τσαμπουκάς» και η αλήθεια!

Του Πέτρου Μηλιαράκη(*)

Τούτες τις μέρες, τις αποφράδες για τον Ελληνισμό, λόγω του Κυπριακού, εξ αντικειμένου και αναποφεύκτως , πρέπει να γίνεται αποτίμηση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Από το 1974, έχει παρέλθει ικανός χρόνος για να γίνει μια αξιοπρεπής και ψύχραιμη αποτίμηση αυτών των σχέσεων. Κατά κανόνα δε, προκειμένου να τηρούνται τα προσχήματα και να μην επιβάλλονται οι αναγκαίες κυρώσεις κατά της Τουρκίας, σπεύδουμε ως  Ελλάδα, με υποδείξεις συμμάχων και εταίρων  να παρέχουμε στην Τουρκία το «επιχείρημα»  ότι ενεργεί «διαλλακτικά» , μέσω των Ελληνοτουρκικών διαλόγων.
 Το ζήτημα πλέον αγγίζει τα όρια του εμπαιγμού. Και τούτο διότι το ερώτημα που εγείρεται είναι από το 1974, σε «ποιο» άραγε ζήτημα έχει αλλάξει η Τουρκία ώστε να μη της επιβαλλόνται  κυρώσεις ; Όχι μόνο δεν  έχει άρει την βουλιμία της, όχι μόνο εμμένει να μην αποδέχεται  τη διεθνή νομιμότητα, αλλά αντιθέτως εμμένει στο cases  belli. Δηλαδή καθόμαστε ως Ελλάδα στο τραπέζι των συνομιλιών, όταν η αντίθετη πλευρά του τραπεζιού μας απειλεί με χρήση βίας! Είναι ντροπή που το αποδεχόμαστε! Κάποιος, κάποτε πρέπει να το πει αυτό!
Έχουμε άραγε συνειδητοποιήσει ως χώρα, ότι με το να βρισκόμαστε στο «τραπέζι των συνομιλιών» με την Τουρκία, χωρίς ποτέ να τροποποιεί  στο ελάχιστο τις αξιώσεις της αλλά αντιθέτως να τις  διευρύνει και να τις επαυξάνει, ότι παρέχουμε στους κατά τα άλλα συμμάχους και εταίρους την «ευκαιρία» να  χρηματοδοτούν την Τουρκία ,ακόμη και να την εξοπλίζουν;
 Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να καταγγείλει ότι τα ζητήματα που τίθενται έχουν πλέον παγιωθεί αλλά και επαυξηθεί και συνεπώς «είναι άνευ αντικειμένου» ο εμπαιγμός αυτών των συνομιλιών;
1. Για να μην εμπαίζουμε λοιπόν εαυτούς και αλλήλους η «διαδικασία» αυτή σημαίνει ότι όταν από 1974 έως το 2021 οι δύο γειτονικές χώρες δεν έχουν καταφέρει να συνεννοηθούν, τότε: είτε α) είναι αδύνατον να συνεννοηθούν ,είτε β) σκόπιμο είναι να συρθούν από «άλλους» σε μία «κοινώς αποδεκτή λύση« είτε γ) πιθανόν είναι να καταλήξουν σε μία ρήξη με ό,τι αυτή (θα) συνεπάγεται.
Και οι τρεις παραπάνω εκδοχές είναι ευθέως καταστροφικές και αδιέξοδες!
2. Όποιος προεξοφλεί την ομαλή εξέλιξη των πραγμάτων υπό την έννοια της «συνεννόησης» μάλλον σπεύδει. Και τούτο διότι ισχύουν τα εξής:
Α. Η Τουρκία συνεχώς με μαξιμαλιστικές προτάσεις, τοποθετεί «ζητήματα», προδήλως εξωνομικά, τα οποία ευθέως παραβιάζουν τη διεθνή έννομη τάξη.
Β. Η Τουρκία προσανατολισμένη στη νοοτροπία του «ανατολίτικου παζαριού»,παρελκύει συνεχώς τη σχετικά «διαδικασία» και παρακωλύει με ιστορική συνέπεια την ομαλή εξεύρεση λύσης, δηλαδή υιοθετεί την εσαεί «διαδικασία». Κάθε δε αντικειμενικός παρατηρητής πρέπει την παρελκυστική αυτή πρακτική να χρεώσει αποκλειστικώς στην Τουρκία.
Γ. Η Τουρκία επιδιώκει,«αναθεώρηση» της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης, παρότι είναι Διεθνής Συνθήκη. Κατά το μέρος αυτό μονομερής από πλευράς της Τουρκίας αναθεώρηση δεν μπορεί να υπάρξει.
4. Η Τουρκία μονίμως υπονομεύει επιλεκτικά τη Διεθνή Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάνης. Και τούτο διότι ισχύουν τα παρακάτω:
Α. Οι αξιωματούχοι και οι νομικοί της Τουρκίας αποφεύγουν να διαβάσουν το άρθρο 12 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης. Με το άρθρο αυτό ρυθμίζονται τα εξής:
Στην Τουρκία και στην Ασιατική ακτή που την αφορά, ανήκουν μόνο εκείνα τα νησιά που βρίσκονται σε μικρότερη απόσταση των τριών (3) ναυτικών μιλίων από την ακτή της. Όποιο νησί και βραχονησίδα υφίσταται μόλις πέραν των τριών (3) ναυτικών μιλίων από την ακτή της Τουρκίας, προφανώς δεν ανήκει στην επικράτειά της εκτός από την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες. Δηλαδή, με βάση την προαναφερόμενη διεθνή ρύθμιση και Συνθήκη, από τα παράλια της Τουρκίας, όποιο νησί ή βραχονησίδα υφίσταται εντός των τριών (3) ναυτικών μιλίων ανήκει στην επικράτεια της Τουρκίας. Εξαιρούνται, όμως, ρητώς η Ίμβρος, η Τένεδος και οι Λαγούσες, που είναι εκτός των τριών (3) ναυτικών μιλίων. Πέραν των τριών (3) ναυτικών μιλίων, με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες, όλα τα υφιστάμενα νησιά και οι βραχονησίδες στο Αιγαίο ανήκουν στην Ελλάδα. Επομένως, ούτε «κενό δικαίου» υφίσταται, ούτε «γκρίζες ζώνες» υπάρχουν.
ΒΟι αξιωματούχοι και οι νομικοί της Τουρκίας αποφεύγουν να διαβάσουν το άρθρο 16 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης με βάση το οποίο ήδη η Τουρκία «παραιτήθηκε από κάθε τίτλο και οποιοδήποτε δικαίωμα σε όλα τα νησιά που ευρίσκονται πέραν των τριών (3) ναυτικών μιλίων από τις ακτές της».
Γ. Οι αξιωματούχοι και οι νομικοί της Τουρκίας ουδένα δικαίωμα έχουν να αναφέρονται σε Συνθήκη που δεν αφορά την Τουρκία. Ειδικότερα, από πλευράς Τουρκίας, δεν υφίσταται το οποιοδήποτε δικαίωμα να αμφισβητούνται τα όσα με το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947 έχουν ρυθμιστεί. Υπ’ όψιν ότι με τη Συνθήκη αυτή η Δωδεκάνησος ενσωματώθηκε στην Ελλάδα. Η Τουρκία, ως μη συμβαλλόμενο μέρος, δεν έχει τον οποιοδήποτε λόγο να διατυπώνει τον οποιοδήποτε ισχυρισμό ή ένσταση.
Δ. Ειδικότερα, όμως, οι αξιωματούχοι και οι νομικοί της Τουρκίας αποφεύγουν να προσφεύγουν στο άρθρο 46 της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης που αφορά στο «Δημόσιο Οθωμανικό Χρέος». Οι εκπρόσωποι της Τουρκίας αποφεύγουν να αναφέρονται στο ότι το χρέος αυτό αφορούσε 140.000.000 στερλίνες Αγγλίας.Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, στη γείτονα ότι όταν ζητά αναθεωρήσεις ας προεξοφλήσει το χρέος με τόκους από το 1923 και μετά θα αποφασίσουν τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη εάν θα καθίσουν στο ίδιο «τραπέζι» για να συζητήσουν.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Στην υπό κρίση περίπτωση, η Ελλάδα θα πρέπει εκ προοιμίου να θέσει στο τραπέζι τα εξής τρία (3) αυτονοήτως προαπαιτούμενα, που σχετίζονται με μία αξιοπρεπή και ομαλή συζήτηση:
1. Να αποσύρει η Τουρκία δια των αντιπροσώπων της το λεγόμενο casus belli για την επέκταση των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο στα δώδεκα (12) μίλια. Δεν είναι δυνατόν να γίνεται συζήτηση για το θέμα αυτό ακριβώς με την απειλή χρήσης βίας, όταν μάλιστα το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας θεσπίζεται από το Διεθνές Δίκαιο.
2. Να αποσύρει η Τουρκία οποιοδήποτε υπαινιγμό για την αποστρατικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. Η πρόσφατη αυτή «έμπνευση» των Τούρκων αξιωματούχων αφορά «ανατολίτικη πονηριά». Ας την αφήσουν, λοιπόν, για τον εαυτό τους. Τα κατάφεραν μία φορά, όπου στην Κύπρο το 1974 δεν έκαναν απόβαση, αλλά αποβίβαση, καθόσον η επάρατη Χούντα αποστρατικοποίησε την Κύπρο με υπόδειξη των «Συμμάχων». Η προδοσία αυτή, βεβαίως, συνέβη άπαξ!
3. Να δηλώσει η Τουρκία δια των αντιπροσώπων της εάν αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ή όχι. Και τούτο διότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει συζήτηση εποικοδομητική, με βάση τη διεθνή νομιμότητα, όταν το ένα μέρος του «αυτού τραπεζιού» δεν την αναγνωρίζει.
Ως κατακλείδα διατυπώνεται η πρόβλεψη ότι η Τουρκία θα «επιδιώξει» να οξύνει τα πράγματα σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να είναι απρόσφορη και αλυσιτελής η «διαδικασία των διερευνητικών επαφών», των κατ’ αντιμωλία συζητήσεων και των για την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης επιβαλλόμενων συναντήσεων. Το ad hoc ελληνικό διπλωματικό σώμα, που επωμίζεται την ευθύνη της ομοτράπεζης συζήτησης, είναι βέβαιο ότι εκ προοιμίου έχει την εκτίμηση των προθέσεων της Άγκυρας…
Για την  «τουρκική πονηριά» και τον  «τούρκικο τσαμπουκά», θα πρέπει νομικά, διπλωματικά και μέσω της στρατιωτικής μας  αποτρεπτικής ισχύος (γιατί όλα αυτά τα διαθέτει ως οπλοστάσιο η χώρα μας) να υποχρεώσουμε την Τουρκία να γνωρίσει τα όριά της! Αρκεί ως πολιτική ηγεσία και ειδικότερα ως  πολιτικό σύστημα να το αποφασίσουμε!

 

 
(*) Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).

 

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ