Ελένη Μανιωράκη – Ζωϊδάκη: ΣΤΗN  ΓΥΝΑΙΚΑ  

ΣΤΗN  ΓΥΝΑΙΚΑ  

Της Ελένης Μανιωράκη – Ζωϊδάκη

 

Από ποια κυψέλη  ιδεών  να τρυγήσω τις   λέξεις

ωδή να σου πλέξω αιώνια Ελληνίδα γυναίκα.

Στους αμέστωτους, αμάθητους  ώμους σου

Σήκωσες, ισόθεη,  την ιστορία του κόσμου.

Τρισυπόστατη φύση, θεά πολυώνυμη.

Το όνομά σου τραγούδι στο στόμα τ’ ανέμου

Μάνα, γυναίκα, κόρη, αδελφή.

Στην κραυγή της πατρίδος πρωτοπόρισσα πάντα,

στο ηρωικό πανηγύρι του σαράντα   ερίχτηκες.

Κι αφού κατευόδωσες, Σπαρτιάτισσα νέα,

τον πατέρα, το γιό, το νιόπαντρο  άνδρα,

τα καλορίζικα ακόμη απ’ τα μαλλιά σου τινάζοντας,

στο μετόπισθεν χρέος  έμεινες   να φυλάς Θερμοπύλες.

Πολιορκημένη απ’ τις πέντε μεριές του θανάτου,

απ΄ την πείνα, τον φόβο, την αγωνία, τον τύραννο.

στου ταχυδρόμου το αρχαγγελικό σάλπισμα,

όρθια στάθηκες, του θανάτου το μαντάτο δαμάζοντας.

Λιβάνια έκαψες και  αλειτούργητα κόλλυβα κέρασες

για της φυλής το νεομάρτυρα,

που χιονένιο νεκροκρέβατο τα βουνά της Πίνδου ετοίμασαν.

Στου λύχνου το ισχνότατο τρέμουλο

της λευτεριάς το χιτώνα εμπάλωσες

με τη φανέλα του στρατιώτη τη μάλλινη.

Κι όταν των εχθρών τα φουσάτα κατέφτασαν

και μηχανές του θανάτου τον όλεθρο έσπερναν

στον πληθυσμό των αμάχων,

πάλι  το μερίδιο σου προσέφερες

στου θανάτου το αιμάτινο απόδειπνο.

Ράτσα περήφανη εσύ, που στης αντίστασης

το θαρραλέο ξεπέταγμα τον λόγο τον πρώτο κατέθεσες.

Γυναίκα της Μάνης της Πίνδου, της Κρήτης.

Γυναίκα του τώρα του χθες  και του αύριο.

Αργότερα στις φρικτές εμφύλιες  πλάνες

με τις φτερούγες σπασμένες βολόδερνες

σε στρατόπεδα αντίπαλα,

προσευχές εναποθέτοντας επί δικαίων κι αδίκων.

Κι όταν η Ελληνίδα θεά (λευτεριά τη βαφτίσανε)

με  φτερά  φυτρωμένα καινούρια στους ώμους,

κατέφθασε  αιμόφυρτη στης πατρίδος την πόρτα,

τη μαντίλα του πένθους στις πλάτες επέταξες

και τη λευτεριά καλωσόρισες

στα παλιά της λημέρια,

και  τραγούδησες κλαίγοντας

το πολυύμνητο  ΧΑΙΡΕ. Ω! ΧΑΙΡΕ

 

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ