Γιατί ανεβαίνουν οι τιμές στο ρεύμα

Του Βασίλη Ράλλη(*)

Η άνοδος της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας (λιανική και χονδρεμπορική) που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα οφείλεται τόσο σε διεθνείς και εξωγενείς παράγοντες όσο και σε παράγοντες που αφορούν την εσωτερική δομή της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.

Η ΕΕ έχει αποφασίσει μια πολύ μεγάλη στροφή στο παραγωγικό μείγμα της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει, σε μια πιο «καθαρή» και «πράσινη» παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, δίνοντας έμφαση στην χρήση των ανανεώσιμων πηγών (ΑΠΕ). Ο βασικός σχεδιασμός αυτής της μετάβασης προτάσσει:

· τη χρήση του Φυσικού Αερίου (ΦΑ) ως μεταβατικού καυσίμου μέχρι την ολοκλήρωση της αλλαγής του μοντέλου με την ταυτόχρονη μείωση των μονάδων άνθρακα και λιγνίτη και πυρηνικής ενέργειας, η λεγόμενη απανθρακοποίηση

· την αυξανόμενη χρήση ΑΠΕ σε συνδυασμό με εξοικονόμηση και αποθήκευση (της περίσσειας ισχύος)

· την ηλέκτριση διαφόρων κλάδων που ιδεατά θα χρησιμοποιούν ενέργεια παραγόμενη από ΑΠΕ πχ αυτοκίνηση.

Προβλήματα

Βασική παράμετρος του σχεδιασμού του νέου μοντέλου είναι η ευελιξία που απαιτείται για την ευστάθεια του Συστήματος (Υψηλή Τάση), το οποίο απειλείται από την στοχαστικότητα της παραγωγής των ΑΠΕ. Πρακτικά, σε καθημερινή βάση απαιτούνται άμεσα και σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (συνήθως 2-3 ωρών) μεγάλος αριθμός φορτιών που να καλύψει την παραγωγή των ΑΠΕ που αποσύρεται από το Σύστημα. Οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο το ΦΑ είναι εκείνες που προκρίθηκαν προκειμένου να επιλυθεί η συγκεκριμένη απειλή αφού παρουσιάζουν την απαιτούμενη ευελιξία. Όμως το ΦΑ παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που εντοπίζονται: (1) στην προμήθεια του ΦΑ και (2) στο Σύστημα Εμπορίας Ρύπων.

Πιο συγκεκριμένα:

1. Φυσικό Αέριο

Θεωρητικά η Ευρώπη δεν έχει πρόβλημα τροφοδοσίας ΦΑ – αν και δεν παράγει η ίδια σχεδόν καθόλου. Με τις συμφωνίες που έχει συνάψει, η προμήθεια είναι εξασφαλισμένη και συνεπώς θα μπορεί να βασιστεί στο ΦΑ ως μεταβατικό καύσιμο. Με αυτήν την σκέψη, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν επενδύσει σε ευέλικτες Μονάδες Ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το ΦΑ. Πρακτικά όμως, η Ευρώπη εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό (για κάποιους ως και επικίνδυνο) από τις εισαγωγές από τρίτες χώρες (Ρωσία, Κατάρ, ΗΠΑ). Ειδικά η Ρωσία, ο μεγαλύτερος προμηθευτής με διαφορά, είναι ένας «δύσκολος» συνεργάτης. Έτσι αυτήν την στιγμή, οι ευρωπαϊκές αποθήκες αερίου είναι γεμάτες μόλις κατά το 60% από πέρυσι, όταν μπροστά μας έχουμε ένα χειμώνα που αναμένεται δύσκολος και βαρύς. Ταυτόχρονα, η περαιτέρω ηλέκτριση και άλλων κλάδων, απαιτεί αυξανόμενα φορτία ηλεκτρικής ενέργειας.

Το πρόβλημα με το ΦΑ είναι η αυξητική τάση της τιμής του: ενώ το 2020 η ζήτηση για ΦΑ ήταν σε ιστορικά χαμηλά, το 2021 η παγκόσμια οικονομία αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται καθώς πολλές χώρες αρχίζουν να εμφανίζουν αυξημένες οικονομικές δραστηριότητες, και συνεπώς υπάρχει αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια στην οποία όμως η προσφορά (δηλαδή η Παραγωγή) δεν μπορεί να ανταποκριθεί – τουλάχιστον όχι άμεσα. Με βάση την οικονομική θεωρία, σε κάθε περίπτωση όπου η προσφορά υπολείπεται της ζήτησης, το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της τιμής – γεγονός που πιστοποιείται από την αύξηση της τιμής του ΦΑ.

Το πρόβλημα μεγιστοποιείται αφού το ΦΑ έχει γίνει το κατεξοχήν καύσιμο για τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Και εφόσον το κόστος της ενέργειας αποτελεί την βάση για κάθε μορφή παραγωγικής δραστηριότητες, οι όποιες αυξήσεις στο κόστος ενέργειας, νομοτελειακά θα «περάσουν» καθ ολοκληρίαν ή σε μεγάλο βαθμό στο σύνολο της οικονομίας με πολλαπλές και αρνητικές συνέπειες. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, συνάγεται πως οι αυξήσεις στην τιμή του ΦΑ δεν είναι τόσο ευκαιριακές αλλά περισσότερο δομικής σημασίας και άρα θα έχουν μακροχρόνια διάρκεια, η οποία θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα θα μπορέσει η Παραγωγή να ανταποκριθεί στην αυξημένη ζήτηση.

2. Αύξηση τιμών CO2

Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της Ε.Ε. για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής καθώς και το βασικό της εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Θέτει περιορισμούς στις ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου που μπορούν να εκπέμπουν οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας και οι αεροπορικές εταιρείες. Τα ανώτατα επίπεδα των δικαιωμάτων εκπομπών καθορίζονται από την ΕΕ και κάθε επιχείρηση λαμβάνει ή αγοράζει τα δικαιώματα που χρειάζεται. Το ανώτατο όριο μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, προκειμένου να μειωθούν σταδιακά οι συνολικές ποσότητες εκπομπών. Ο συνολικός όγκος των επιτρεπόμενων εκπομπών διανέμεται σε ενεργοβόρες εταιρίες με τη μορφή δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών CO2, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν και αντικείμενο συναλλαγής.

Εφόσον τα συγκεκριμένα δικαιώματα μπορούν να διαπραγματευτούν, είναι λογικό οι τιμές τους να καθορίζονται από την προσφορά και την ζήτηση. Ειδικά για τους ηλεκτροπαραγωγούς, αυτό σημαίνει πως στο κόστος παραγωγής τους θα πρέπει να προστεθεί και το ποσό που τους αναλογεί για την χρήση των δικαιωμάτων ρύπων. Λόγω της διοικητικά ορισμένης ποσότητας των δικαιωμάτων και καθώς η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται, υπάρχει έλλειψη προσφοράς. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι τιμές των δικαιωμάτων για τα τελευταία 2 χρόνια είναι συνεχώς αυξανόμενες με αποκορύφωμα την προηγούμενη εβδομάδα, όπου οι τιμές ξεπέρασαν πάνω από τα 62 ευρώ ο τόνος (το 2018 οι τιμές ήταν περίπου στα 20 ευρώ τον τόνο) και συνεπώς η λειτουργία μονάδων ηλεκτροπαραγωγών με βάση τον άνθρακα να γίνει ασύμφορη, με επακόλουθο, λόγω της υψηλότερης ζήτησης, να λειτουργούν με ζημία προκειμένου να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της αγοράς. Εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του 2021, οι τιμές θα έχουν ξεπεράσει τα 80 ευρώ τον τόνο.

Εσωτερικοί παράγοντες

Δομή και Διάρθρωση Αγοράς

Η υλοποίηση του Target Model στόχευε στη λειτουργία της αγοράς με πιο ανταγωνιστικούς όρους και βασίζεται στην εφαρμογή ενός μηχανισμού διαμόρφωσης της τιμής πιο διαφανούς έτσι ώστε, αφενός, οι διάφοροι Συμμετέχοντες να μπορούν να αξιολογήσουν καλύτερα το ρίσκο τους και αφετέρου, να δημιουργηθούν συνθήκες βελτίωσης της ρευστότητας σε όλη την αλυσίδα συναλλαγών. Αυτός άλλωστε ήταν και ο στόχος της δημιουργίας 4 ξεχωριστών και διακριτών αγορών.

Προς το παρόν κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να επιτυγχάνεται. Η εφαρμογή του Target Model έλυσε κάποια θέματα αλλά δημιούργησε κάποια άλλα με βασικό αποτέλεσμα την άνοδο του κόστους της χονδρεμπορικής (σε πρώτη φάση μέσω της πληθωριστικής ανόδου τιμής στην αγορά εξισορρόπησης). Η ΔΕΗ παραμένει ο δεσπόζων παίκτης στην λιανική αγορά Προμήθειας (με σαφή όμως μείωση της παρουσίας της στην χονδρεμπορική αγορά της Παραγωγής).

Η απόφαση της Κυβέρνησης για εξάλειψη του λιγνίτη από το ενεργειακό μίγμα μέχρι το 2023, πρακτικά σημαίνει ότι και για την Ελλάδα το βασικό καύσιμο για την ηλεκτροπαραγωγή είναι το ΦΑ. Ήδη αυτό είναι ορατό αφού οι Μονάδες με ΦΑ – των Ιδιωτών Παραγωγών – είναι εκείνες που παράγουν το μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού μίγματος και ευθύνονται για την ευστάθεια του Συστήματος μέσω εφεδρειών και εξισορρόπησης που προσφέρουν – συνεπώς γίνονται Μονάδες Βάσης.

Η απόσυρση από την αγορά των λιγνιτικών μονάδων βάσης της ΔΕΗ δημιουργεί συνθήκες τιμολόγησης της σπανιότητας (Scarcity pricing conditions). Μετά την απόσυρση των λιγνιτικών, η αγορά θα καθοδηγείται εντελώς από μονάδες ΦΑ, και συνεπώς, η τιμή του ΦΑ θα είναι το κλειδί για να παραμείνει ανταγωνιστική η μονάδα. Ταυτόχρονα, η τιμή ΦΑ θα είναι η κρίσιμη παράμετρος που θα επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας (Οριακή Τιμή Συστήματος, ΟΤΣ ή Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς, ΤΕΑ).

Συμπεράσματα

Από την ανωτέρω ανάλυση, συνάγονται τα παρακάτω:

·Η ανάγκη για ένα ενεργειακό μίγμα που θα είναι πιο φιλικό προς το περιβάλλον εξακολουθεί και παραμένει επείγουσα. Όμως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μετάβαση στο νέο μοντέλο είναι προβληματική, αρκετά δαπανηρή και όχι επαρκώς θεμελιωμένη. Επίσης, τεχνολογικά υπάρχουν αρκετές προκλήσεις όπως πχ η αποθήκευση και η σύνδεση στο Δίκτυο (Μέση και Χαμηλή Τάση) και στο Σύστημα (Υψηλή Τάση) – που θα πάρουν χρόνο να επιλυθούν κατά τρόπο οικονομικά αποδοτικό και τεχνικά παραγωγικό.

·Ήδη πριν την αύξηση των τιμών, τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής αγοράς ήταν προβληματικά. Η αύξηση της τιμής του ΦΑ θα έχει μεγάλες επιδράσεις στην ελληνική οικονομία και ειδικότερα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενδεχομένως επιταχύνοντας την διαμόρφωση των ολιγοπωλίων δομών μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων μεταξύ των Καθετοποιημένων η/και των Μη Καθετοποιημένων Συμμετεχόντων.

·Όσο οι τιμές του ΦΑ και των δικαιωμάτων εκπομπών παραμένουν υψηλές, η τιμή της ΟΤΣ στην χονδρεμπορική αγορά θα παραμείνει και αυτή σε υψηλά επίπεδα – εκτίμηση γύρω στα 90 ευρώ/MWh.

·Είναι δεδομένο ότι ο τελικός καταναλωτής και χρήσης θα αναγκαστεί να πληρώσει αυτές τις αυξήσεις αφού οι ενεργειακές επιχειρήσεις θα μετακυλήσουν το συγκεκριμένο κόστος στους πελάτες τους.

o Σε ότι αφορά τους βιομηχανικούς καταναλωτές, η αύξηση του ενεργειακού τους κόστους επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής τους – αφού η ενέργεια είναι σε πολλές περιπτώσεις εξαιρετικά σημαντικό κομμάτι του κόστους.

§ Για τις εταιρίες αυτές η υπέρβαση ενός ορίου, δυνητικά σημαίνει και την πτώχευση τους αφού δεν θα μπορούν να πουλήσουν λόγω αυξημένου κόστους. Είναι γνωστό ότι οι θεσμικοί εκπρόσωποι της βιομηχανίας επιχειρηματολογούν τα τελευταία χρόνια για το υπερβολικό κόστος ενέργειας. Εναλλακτικά, κάποιες εταιρίες θα εξετάσουν και την προοπτική μετακόμισης της παραγωγικής τους δραστηριότητας σε άλλες χώρες με χαμηλότερο κόστος ενέργειας βλ. Σερβία, Τουρκία προκειμένου να επιβιώσουν.

§ Πολλές εταιρίες θα προσπαθήσουν να διαφοροποιήσουν την ενεργειακή τους προμήθεια ή/και να γίνουν αυτοπαραγωγοί, να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα και σίγουρα να προχωρήσουν σε επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας. Η υψηλή τιμή της ενέργειας θα κάνει τέτοιες επενδυτικές κινήσεις αρκετά αποδοτικές.

o Για τους οικιακούς καταναλωτές, με βάση τις τελευταίες αναγγελίες, υπάρχει πρόβλεψη για την δημιουργία ενός μηχανισμού απορρόφησης ενός σημαντικού τμήματος της αύξησης αυτής. Για τους Παρόχους, η κατάσταση διαμορφώνεται κρίσιμη αφού θα πρέπει να εκτιμήσουν τις προβλέψεις τους για αυξημένες επισφάλειες σε ένα ρευστό οικονομικό περιβάλλον.

· Ιδιαίτερα για τις ΑΠΕ:

o Η υψηλή τιμή της ΟΤΣ συνεπάγεται πως, ιδιαίτερα για ενεργοβόρες επιχειρήσεις και εταιρίες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας, το net metering αποτελεί μονόδρομο για την μείωση του ενεργειακού τους κόστους. Με οικονομικούς όρους, όσο η ΟΤΣ παραμένει υψηλή, είναι εξαιρετικό συμφέρον για τις εταιρίες αυτές να προχωρήσουν άμεσα σε αυτή την επένδυση, αφού η απόδοση είναι πολύ καλή και αποσβένεται σε σύντομο χρονικό διάστημα – σχεδόν πενταετία.

o Είναι επίσης δεδομένο ότι θα υπάρξει αυξημένη ζήτηση για διμερή συμβόλαια από ΑΠΕ – ιδιαίτερα εκείνα που θα προσφέρουν μια σχετική σταθερότητα ή εναλλακτικά μικρή διακύμανση τιμών. Το ζητούμενο για τους καταναλωτές και ιδιαίτερα τους βιομηχανικούς πελάτες, θα είναι η σχετική σταθερή τιμή που θα προσφέρουν τα διμερή συμβόλαια – γεγονός που θα τους βοηθά να διαχειριστούν με πιο ευέλικτο τρόπο τα κόστη τους και το ρίσκο τους συμμετοχής στην αγορά.

o Για τους παραγωγούς ΑΠΕ, επίσης το νέο περιβάλλον κρύβει ευκαιρίες και απειλές.

§ Το βασικό ζητούμενο για ένα Παραγωγό ΑΠΕ θα είναι η μεγιστοποίηση των εσόδων του. Αν υποθέσουμε ότι στην εξίσωση Συνολικά Έσοδα = Τιμή x Ποσότητα, η Ποσότητα είναι περίπου σταθερή σε ετήσια βάση, το κρίσιμο μέγεθος είναι η Τιμή. Ο κάθε Παραγωγός έχει τρεις εναλλακτικές για Τιμή: από παλιά συμβόλαια για όσο διάστημα ισχύουν, από τους διαγωνισμούς και από τα Διμερή Συμβόλαια. Επειδή οι διαγωνισμοί θα βαίνουν με μειούμενες τιμές στο μέλλον, η μόνο ρεαλιστική προοπτική είναι η εύρεση και συμφωνία Διμερών Συμβολαίων με τιμές άνω των 30 ευρώ/MWh.

§ Σε ότι αφορά την Ποσότητα, όσοι από τους Παραγωγούς έχουν καταφέρει να εδραιώσουν την παρουσία τους έχοντας εγκατεστημένη ισχύ πχ ενδεικτικά τουλάχιστον άνω των 250ΜW θα είναι σε καλύτερη μοίρα από τους ανταγωνιστές τους – χωρίς όμως αυτό να συνεπάγεται ή/και να επιβεβαιώνει την επιτυχία τους στο μέλλον.

(*) Ο Βασίλης Ράλλης είναι σύμβουλος ενεργειακών αγορών

 

 

 

Πρώτο Θέμα

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ
Click to Hide Advanced Floating Content