Το Κτήμα Τατοϊου και η πολυκύμαντη ιστορία του

Με αφορμή την έναρξη των διαδικασιών κτιριακής αποκατάστασης του πρώην βασιλικού κτιριακού συγκροτήματος στο Τατόϊ, δημοσιεύουμε ένα ενδιαφέρον ιστορικό του κτήματος, που σήμερα αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο του Ελληνικού λαού.

Η δεκαετία 1954 – 1964 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η δεύτερη χρυσή εποχή του Τατοϊου, μετά τα χρόνια της μακρινής βασιλείας του Γεωργίου Α’.

Στις 6 Μαρτίου 1964  ο βασιλεύς Παύλος άφησε στο Τατόι την τελευταία του πνοή. Ετάφη στο Παλαιόκαστρο την Πέμπτη 12 Μαρτίου, στην θέση την οποία είχε επιλέξει ο ίδιος. Παρόντες ήσαν τέσσερεις βασιλείς, δύο βασίλισσες, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο Κύπρου Μακάριος, δύο πρόεδροι Δημοκρατίας, τρεις βασιλείς χωρίς βασίλειο, οι μνηστήρες τριών θρόνων, δύο διάδοχοι, ένας βασιλικός σύζυγος, η σύζυγος του προέδρου των ΗΠΑ, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν, ο πρωθυπουργός της Καμπότζης, οι πρόεδροι των Βουλών της Γιουγκοσλαβίας, της Ιταλίας και της Αυστρίας, ο αντιπρόεδρος της Αιγυπτιακής Δημοκρατίας, οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας και της Ισπανίας, καθώς και περίπου σαράντα πρίγκιπες και δούκες.

Τις παραμονές του γάμου του νέου βασιλέως Κωνσταντίνου Β’ με την πριγκίπισσα Άννα-Μαρία της Δανίας (18 Σεπτεμβρίου 1964), θα δοθούν στο Τατόι, τρεις ανοικτές προς την ελληνική κοινωνία γαμήλιες δεξιώσεις, στην κάθε μια από τις οποίες προσκλήθηκαν περί τα 2.200 άτομα, εκπροσωπούντα όλες τις τάξεις. Ήσαν οι πολυπληθέστερες συγκεντρώσεις που γνώρισε ποτέ στην ιστορία της η βασιλική έπαυλη. Η βαθειά πολιτική κρίση στην οποία θα βυθιζόταν η Ελλάδα από τον Ιούλιο του 1965 – κρίση που αποσταθεροποίησε το πολίτευμα και την χώρα – καθώς και οι συχνές εγκυμοσύνες της νέας βασίλισσας επηρέασαν την καθημερινότητα στο Τατόι. Οι κοινωνικές εκδηλώσεις περιορίζονται, παρ’ όλο που εξακολουθεί η παράδοση των βασιλικών προγευμάτων, όπως και εκείνη της φιλοξενίας βασιλέων και μελών βασιλικών οικογενειών, κυρίως συγγενών της Άννας – Μαρίας. Το 1966 και το 1967, η ακολουθία της Κυριακής της Ορθοδοξίας, θα τελεσθεί με πανορθόδοξο χαρακτήρα στο Τατόι (αντί στην μητρόπολη των Αθηνών), τόσο δε πανηγυρικά ώστε να αποτελέσει το κορυφαίο γεγονός στο εορτολόγιο του βασιλικού κτήματος την διετία αυτή. Στις 20 Μαϊου 1967, γεννιέται στο Τατόι ο διάδοχος Παύλος.

Την ίδια εποχή αρχίζει στο «μεγάλο αμπέλι» η κατασκευή ενός ελικοδρομείου, το οποίο όμως δεν πρόλαβε να περατωθεί.

Η συμμετοχή του Τατοϊου στην πολιτική ιστορία της ταραγμένης αυτής περιόδου περιορίζεται στις δύο περίφημες μυστικές συναντήσεις των δύο πιο σημαντικών πολιτικών ηγετών, του Γεωργίου Παπανδρέου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, που απέβλεπαν στην πτώση της κυβερνήσεως των «αποστατών», και στην διάνοιξη της πορείας προς τις εκλογές. Η πρώτη στα τέλη Νοεμβρίου 1966, πραγματοποιήθηκε στο υπασπιστήριο. Από βασιλικής πλευράς ήσαν παρόντες ο επί κεφαλής του πολιτικού γραφείου του βασιλέως πρέσβης Δημήτριος Μπίτσιος, καθώς και ο υπασπιστής και φίλος του Κωνσταντίνου Μιχάλης Αρναούτης. Η δεύτερη, στις αρχές Δεκεμβρίου, έγινε παρουσία του βασιλέως στην βασιλική έπαυλη. Η συμφωνία, γνωστή ως συμφωνία του Τατοϊου, επετεύχθη στα πλαίσια μιας συζήτησης που διεξήχθη σε μια ατμόσφαιρα ιδιαιτέρως φιλική μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Στις 22 Δεκεμβρίου ορκίστηκε η μεταβατική Κυβέρνηση Παρασκευοπούλου, την οποία δεσμεύτηκαν να στηρίξουν κοινοβουλευτικώς τόσο η Ένωση Κέντρου, όσο και η ΕΡΕ. Οι εκλογές ορίσθηκε να διεξαχθούν το αργότερο τον Ιούνιο. Ωστόσο νέες επιπλοκές οφειλόμενες εν πολλοίς στην πίεση που ασκούσε ο Ανδρέας Παπανδρέου στον πατέρα του για να αθετήσει την συμφωνία, οδήγησαν στην παραίτηση της κυβερνήσεως και στην αντικατάστασή της, στις 4 Απριλίου, από μία αμιγώς δεξιά Κυβέρνηση υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, ενώ οι φήμες οργίαζαν περί επικειμένου πραξικοπήματος για την επιβολή δικτατορίας.

Στο μεταξύ δύο ξεχωριστές ομάδες στρατιωτικών συνωμοτούσαν και προετοίμαζαν την εκτροπή, θεωρώντας βέβαιη την νίκη του Γεωργίου Παπανδρέου συρόμενου από τον Ανδρέα: οι στρατηγοί και εν αγνοία αυτών οι συνταγματάρχες. Δυσανασχετούντες οι πρώτοι από το γεγονός ότι ο βασιλεύς, μολονότι ενήμερος για τις προθέσεις τους, ηρνείτο να τους δώσει το πράσινο φως για να επέμβουν, αποφάσισαν να κινηθούν αυτοβούλως. Αγνοούσαν όμως ότι στους κόλπους τους είχαν έναν συνωμότη της φατρίας των συνταγματαρχών. Ο στρατηγός Ζωιτάκης, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, εμήνυσε στους συνταγματάρχες να σπεύσουν να προλάβουν τους ανωτέρους τους. Ως χρόνος για την εκδήλωση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών ορίσθηκε η νύχτα της 20ής προς 21η Απριλίου.

Στο Τατόι η βραδιά εκείνη πέρασε ήρεμα. Μετά το δείπνο, η βασιλική οικογένεια είδε ένα φιλμ στην αίθουσα του κινηματογράφου, μετά το οποίο η βασίλισσα Φρειδερίκη και η πριγκίπισσα Ειρήνη επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Ψυχικό, ενώ η πριγκίπισσα Σοφία, την οποία φιλοξενούσε η μητέρα της, έμεινε να δει ένα ακόμη έργο, ύστερα από παράκληση του Κωνσταντίνου. Τελείωσε λίγο πριν από τη μία. Την μεν Σοφία κατέβασε στο Ψυχικό ένα αυτοκίνητο της Αυλής, τον δε Κωνσταντίνο, πάνω που τον έπαιρνε ο ύπνος, ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός αναστατωμένου Αρναούτη, ο οποίος του ανέφερε ότι το σπίτι του επολιορκείτο, ότι άνδρες με στρατιωτικές στολές προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα κι ότι έπρεπε στο Τατόι να ληφθούν μέτρα προστασίας και άμυνας! Ο βασιλεύς έθεσε την φρουρά Τατοϊου (= 20-30 άνδρες με ελαφρύ οπλισμό) σε συναγερμό, ενώ προσπαθούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε, να επικοινωνήσει με τον έξω κόσμο και να φέρει στο Τατόι την μητέρα και τις αδελφές του.

Δεν πρόλαβε όμως, διότι στο μεταξύ το Τατόι, το περικύκλωσαν τα τανκς, αποκόπτοντάς το από την υπόλοιπη χώρα. Συγκεχυμένες πληροφορίες αναστατωμένων ανθρώπων, που και αυτοί αγνοούσαν τι συνέβαινε, αύξησαν στους πολιορκημένους του Τατοϊου την αγωνία, η οποία επαυξανόταν και από το γεγονός ότι η βασίλισσα ήταν ετοιμόγεννη. Στον Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος κατόρθωσε να του τηλεφωνήσει από το Αστυνομικό τμήμα του Αμαρουσίου, ο Κωνσταντίνος ζήτησε να μεταφέρει εκ μέρους του στον διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού (= τον Ζωιτάκη!) την εντολή να κινηθεί με τις δυνάμεις του προς την Αθήνα, για να τον βοηθήσει να αποκαταστήσει την έννομη τάξη, πληροφορώντας τον επίσης ότι ο πρωθυπουργός και τα μέλη της Κυβερνήσεως είχαν συλληφθεί. Λίγο αργότερα ο Ράλλης θα τον ενημέρωνε ότι το Γ’ Σ.Σ. είχε προσχωρήσει στο κίνημα για το οποίο και αυτή η Αμερικανική πρεσβεία – με την οποία επικοινώνησε ο Κωνσταντίνος – έδειξε να έχει αιφνιδιασθεί. Γύρω στις 4.30 πμ διακόπηκαν όλες οι τηλεφωνικές επικοινωνίες, πλην παραδόξως εκείνης με τον αστυνομικό σταθμό Αμαρουσίου που και αυτή διακόπηκε μία περίπου ώρα αργότερα. Ο Κωνσταντίνος, στον οποίο ένας υπασπιστής του είχε δώσει το όνομα των επί κεφαλής του πραξικοπήματος, πρόλαβε να ενημερώσει τον Ράλλη, ότι αυτοί σκόπευαν να ανεβούν στο Τατόι για να τον συναντήσουν. Ο Ράλλης είπε στον βασιλέα ότι θα επιχειρούσε να φθάσει στο Τατόι με τα πόδια, συμβουλεύοντάς τον σε περίπτωση που ο ίδιος δεν θα προλάβαινε ή που θα συλλαμβάνετο καθ’ οδόν, να προτάξει «παθητικήν αντίστασιν, με την ελπίδα ότι θα ημπορέσετε κάποτε να τους ανατρέψετε».

Οι πραξικοπηματίες Γ. Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος, έφθασαν στο Τατόι, λίγο μετά τις 6, και έγιναν δεκτοί από έναν έξαλλο από οργή Κωνσταντίνο που τους επέπληξε δριμύτατα και κυριολεκτικώς εξεμάνη όταν άκουσε ότι είχαν σώσει την Ελλάδα για χάρη του. Αυτοί τον άκουγαν σε στάση προσοχής, αλλά με την βεβαιότητα- που δεν διέφυγε στον βασιλέα – ότι αυτοί ήλεγχαν πια την κατάσταση. Τους ζήτησε να επιστρέψουν στο Τατόι μαζί με τον Σπαντιδάκη, τον αρχηγό του Επιτελείου. Ο τελευταίος, ομολόγησε στον οργισμένο Κωνσταντίνο, ότι είχε προκρίνει την συνεργασία με τους πραξικοπηματίες, με σκοπό να τους ελέγξει καλύτερα. Μετά από αυτό ο βασιλεύς, οδηγώντας ο ίδιος το αυτοκίνητό του κι έχοντας δίπλα του έναν υπασπιστή, άφησε το Τατόι και κατευθύνθηκε στο Πεντάγωνο, όπου τον περίμεναν νέες απογοητεύσεις.

Στην περίοδο μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, λόγω των ειδικών συνθηκών και του καθεστώτος ασφυκτικής επιτήρησης στο οποίο η Χούντα είχε υποβάλλει την βασιλική οικογένεια, οι κοινωνικές και δημοσίου χαρακτήρα εκδηλώσεις περιορίσθηκαν στο ελάχιστο. Από αυτές η πιο σημαντική ήταν στις 17 Μαϊου, η τελετή της διαβεβαιώσεως του νέου αρχιεπισκόπου – και πρώην πρωθιερέως των Ανακτόρων – Ιερωνύμου. Όμως το μείζον γεγονός στο Τατόι αυτή την περίοδο ήταν η γέννηση του διαδόχου Παύλου, στις 20 Μαϊου 1967.

Η έντονη απέχθεια προς την δικτατορία και τους επίορκους ηγέτες της, καθώς και ο φόβος για πλήρη εδραίωση του καθεστώτος το οποίο έχαιρε της ανοικτής υποστηρίξεως τον ΗΠΑ και το οποίο σταδιακώς απομάκρυνε από τις καίριες θέσεις του στρατεύματος τους βασιλόφρονες αξιωματικούς, κατέστησαν επείγουσα από πλευράς του βασιλέως την απόπειρα καταρρίψεώς του. Ως ημερομηνία του αντιπραξικοπήματος ορίσθηκε η 13η Δεκεμβρίου – η ημέρα Ω -. Το σχέδιο, επινοημένο με αρκετή επιπολαιότητα, προέβλεπε την μετάβαση της βασιλικής οικογένειας στην Θεσσαλονίκη. Στην βόρειο Ελλάδα ήταν συγκεντρωμένο μεγάλο μέρος των ενόπλων δυνάμεων, καθ’ ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εκραγεί πόλεμος με την Τουρκία, λόγω αναζωπυρώσεως του Κυπριακού. Παρ’ όλο που οι προετοιμασίες διεξήχθησαν με την μεγαλύτερη μυστικότητα και οι συγκεντρώσεις των αναμειγνυομένων στην προσπάθεια έγιναν σε γειτονικά του Τατοϊου κτήματα, στα οποία ο Κωνσταντίνος μετέβαινε λαμβάνοντας μύριες προφυλάξεις, το σχέδιο διέρρευσε και το καθεστώς κατέστειλε με ευκολία, το βασιλικό αντικίνημα, στο οποίο ο βασιλεύς διακινδύνευσε τα πάντα. Ωστόσο όταν το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου 1967, περί τις 10.15΄ (η καθυστέρηση οφείλετο στην επί μακρόν αναζήτηση του αρχιεπισκόπου ), η μικρή βασιλική πομπή πέρασε την πύλη του κτήματος κατευθυνόμενη προς το αεροδρόμιο του Τατοϊου, τόσον ο ίδιος, όσο και τα μέλη της οικογενείας του, είχαν την βεβαιότητα της άμεσης επιστροφής τους.

…………………………………………………………………………………..

Το αμέσως επόμενο διάστημα κατέστη σαφές ότι η βασιλική οικογένεια που είχε καταφύγει στην Ρώμη, δεν θα επέστρεφε στο ορατό τουλάχιστον μέλλον. Τα ανάκτορα τότε σφραγίσθηκαν και η φύλαξη του συνόλου της βασιλικής περιουσίας ανετέθη σε τριμελή επιτροπή του αξιωματικών. Ως αποτέλεσμα των πολιτικών εξελίξεων, το Τατόι στην ουσία παρέμεινε μετέωρο και εισήλθε σε ένα στάδιο αναπόφευκτης παρακμής, λόγω του ότι το παρόν του δεν είχε για το καθεστώς νόημα και το μέλλον του ήταν αβέβαιο. Συνεχείς προσπάθειες εκ μέρους του βασιλέως άλλοτε για να εξασφαλισθούν στοιχειωδώς παλιοί υπάλληλοι του κτήματος, κι άλλοτε για να σωθούν ζώα – κυρίως άλογα που σαν γερνούσαν έπαιρναν τον δρόμο των ιταλικών σφαγείων – παρέμειναν τις πιο πολλές φορές ατελέσφορες.

Μετά την 1η Ιουνίου 1973, ημέρα που η Χούντα κατέλυσε και τυπικώς την Βασιλεία, τα μεν κτήρια του Τατοϊου περιήλθαν στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, η δε γη στο υπουργείο Γεωργίας. Δια του Νομοθετικού Διατάγματος 225, της 5ης Οκτωβρίου 1973, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά το σύνολο της βασιλικής περιουσίας. Το εν λόγω νομοθέτημα περιελάμβανε και λεπτομερή απαρίθμηση όλων των φορητών αντικειμένων, βάσει λεπτομερούς καταγραφής που είχε πραγματοποιηθεί στην διάρκεια του καλοκαιριού.

Η κατάσταση για το κτήμα επιδεινώθηκε μετά το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, το αποτέλεσμα του οποίου ήταν αρνητικό για την επάνοδο της Βασιλείας και το Τατόι που αφέθηκε στην εγκατάλειψη και την λεηλασία, υπήρξε θύμα του φανατισμού της εποχής και της ατολμίας μιας σειράς κυβερνήσεων ανίκανων να μιμηθούν το πολιτισμένο παράδειγμα της Α΄Αβασίλευτης Δημοκρατίας.

– Επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, το Τατόι, αναγνωρισθέν ως ιδιωτική περιουσία της τ. βασιλικής οικογένειας, της επεστράφη, ενώ συγκεντρώθηκαν σε αυτό φορητά κειμήλια προερχόμενα από τα άλλα ιδιωτικά ή κρατικά ανάκτορα.

– Ακολούθησε μία περίπου δεκαετής φάση (1984-1993) διαπραγματεύσεων μεταξύ του πρώην βασιλέως και των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την ρύθμιση οικονομικών εκκρεμοτήτων, η οποία κατέληξε σε συμφωνία βάσει της οποίας η βασιλική οικογένεια διατηρούσε στην κατοχή της στο Τατόι κατά πλήρη κυριότητα 3.962, 710 στρέμματα, έχοντας καταβάλλει τον αντιστοιχούντα φόρο, ενώ το υπόλοιπο κτήμα παρεχωρείτο στο Δημόσιο υπό τους εξής όρους. Α. 401, 5 στρέμματα να μεταβιβασθούν στο κοινωφελές ίδρυμα «Ελληνικό Ίδρυμα Επιμελείας του Παιδιού» με στόχο την ανέγερση νοσοκομείου και την σύσταση ερευνητικού κέντρου για την καταπολέμηση των παιδικών ασθενειών και Β. η υπόλοιπη γη, εκτάσεως 37.426 στρεμμάτων, να περιέλθει στο ίδρυμα «Εθνικός Δρυμός Τατοϊου», με σκοπό την διατήρηση, προστασία και ανάπτυξη του δάσους. Η παραχωρηθείσα το 1991, άδεια από την κυβέρνηση Μητσοτάκη στον τέως βασιλέα να εξάγει από την Ελλάδα την οικοσκευή του, ξεσήκωσε τέτοιαν αντίδραση (υπόθεση containers) που έκαμε την κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφασή της, ενώ η διαδικασία της μεταφοράς είχε ήδη ξεκινήσει. Έτσι ένα μέρος – το σημαντικότερο – των βασιλικών φορητών βρέθηκε στο εξωτερικό, ενώ ένα άλλο μέρος παρέμεινε στο Τατόι.

– Η πλήρης ανάκληση της συμφωνίας με τον νόμο 2215/1994, από την τελευταία κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου και η επαναφορά από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Ευάγγελο Βενιζέλο του χουντικού νόμου 225/1973, συνοδευόμενου με την επιβολή της στέρησης της ελληνικής ιθαγένειας στα μέλη της τ. βασιλικής οικογένειας, οδήγησαν τον Κωνσταντίνο να προσφύγει αρχικώς στην ελληνική δικαιοσύνη και ακολούθως στην ευρωπαϊκή. Στις 23 Νοεμβρίου 2000, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, αφ’ ενός δικαίωσε ηθικά την τ. βασιλική οικογένεια, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της πλήρους ιδιοκτησίας επί του Τατοϊου, του Mon Repos και του κτήματος Πολυδένδρι και αφ’ ετέρου παρείχε στους διαδίκους εύλογη προθεσμία εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσεως. Σε αντίθετη περίπτωση, οι διάδικοι εντέλλονταν να προχωρήσουν σε εκτίμηση της εν λόγω ακίνητης και κινητής περιουσίας με σκοπό την καταβολή αποζημιώσεως το ύψος της οποίας θα οριζόταν από το Δ.Α.Δ. Ύστερα από την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να έλθει σε οποιαδήποτε συνεννόηση με τον βασιλέα Κωνσταντίνο, το ΔΑΔ όρισε τελικώς το ποσό της αποζημίωσης, στις 28ης Νοεμβρίου 2002, στα 13.200.000 ευρώ.

Ο νέος ιδιοκτήτης του κτήματος, το ελληνικό δημόσιο, παρέλαβε το Τατόι στις 7 Μαρτίου 2003.

Στο διάστημα αυτό το κτήμα, πέραν της εγκατάλειψης και των λεηλασιών, είχε υποστεί δύο μεγάλες πυρκαγιές από εμπρησμό, στις 16-18 Ιουλίου 1974 (αποτέφρωση 13.500 στρεμμάτων δάσους) και στις 10-11 Ιουλίου 1977(4.000 στρέμματα) και ως κατακλείδα τον καταστρεπτικό σεισμό της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, το επίκεντρο του οποίου ήταν πολύ κοντά στο Τατόι.

Ο μόνος χώρος που εξακολουθούσε στη διάρκεια όλης αυτής της περίοδου της κατάρρευσης να διατηρεί μία σχέση με το παρελθόν ήταν το κοιμητήρι στο Παλαιόκαστρο. Τούτο δε παρά την λεηλασία της εκκλησίας του και του μαυσωλείου, καθώς και την φθορά τόσο από τον χρόνο όσο και από ανθρώπινα χέρια που υπέστησαν κατά καιρούς τα διάφορα μνήματα, καθώς και το φυλάκιο της φρουράς.

 

Η ταφή της βασίλισσας Φρειδερίκης στις 12 Φεβρουαρίου 1981, παρουσία των βασιλικών οικογενειών της Ελλάδος και της Ισπανίας, εκπροσώπων βασιλικών οίκων, φίλων της εκλιπούσης, παλιών αυλικών και πλήθους λαού, ήταν το μείζον γεγονός στο Τατόι αυτής της περιόδου.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1993 ενταφιάσθηκαν επίσης στο Παλαιόκαστρο η πριγκίπισσα Ασπασία της Ελλάδος (Μάνου), καθώς και η κόρη της και κόρη του Αλεξάνδρου, Αλεξάνδρα, τελευταία βασίλισσα της Γιουγκοσλαβίας. Στις 11 Οκτωβρίου 2007, τέλος, έγινε η ταφή της πριγκίπισσας Αικατερίνης της Ελλάδος (λαίδης Μπράντραμ), μικρότερης αδελφής των βασιλέων Γεωργίου Β΄, Αλεξάνδρου και Παύλου.

Η μικρόνοια που προκάλεσε από πλευράς της Πολιτείας την εγκατάλειψη του Κτήματος, ο φανατισμός και η κακοήθεια που οδήγησε σε εμπρησμούς, λεηλασίες και καταστροφές, τέλος οι σεισμοί και οι βαρυχειμωνιές, φέρνοντας το ανυπεράσπιστο Τατόι στα μη περαιτέρω, επέφεραν την εμπλοκή της Κοινωνίας, που αγανακτισμένη, αποφασισμένη και ανυποχώρητη, πήρε πάνω της τα όσα είχε την υποχρέωση προ πολλού να έχει κάνει το Κράτος. Την κατάκτηση του Χρόνου του Κτήματος έφερε σε πέρας σε κάτι λιγώτερο από επτά χρόνια (1998-2004) ο ιστορικός Κώστας Μ. Σταματόπουλος. Το δίτομο έργο του Το Χρονικό του Τατοϊου (1800 -2003) από τις εκδόσεις Καπόν, αφ’ ενός παρέχει στο εξής την δυνατότητα στην Πολιτεία να κινηθεί επί ήδη εξερευνημένου εδάφους και αφ’ ετέρου κατέστησε γνωστή σε ευρύτερο κοινό την μοναδικότητα του Κτήματος.

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ