Η συμμετοχή της Κρήτης στην Επανάσταση του 1821

Ο ξεσηκωμός του 1821 στην ηπειρωτική χώρα, δεν βρήκε καθόλου αμέτοχη την Κρήτη. Η Ελληνική Επανάσταση στο νησί μας ήταν η επανάσταση των υπόδουλων Ελλήνων της Κρήτης έναντι των Οθωμανών κατακτητών, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1821 και κράτησε ως το 1830. Παρά τις επιτυχίες των επαναστατών  πάντως, η Κρήτη δεν περιελήφθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος.


Υδατογραφία των Δ. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη με θέμα τις μάχες της Κρήτης.

 

Οι Κρητικοί, όταν πληροφορήθηκαν το ξέσπασμα της επανάστασης στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά, αποφάσισαν να εξεγερθούν. Η απόφαση πάρθηκε στις συσκέψεις που έγιναν στα Σφακιά στις 7 Απριλίου (Γλυκά Νερά) και 15 Απριλίου 1821 (Μοναστήρι της Παναγίας της Θυμιανής) και συμμετείχαν οπλαρχηγοί και πρόκριτοι από όλη σχεδόν την Κρήτη. Έγινε, τότε, προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η έλλειψη όπλων και πλοίων με έκκληση στην Ύδρα για παροχή βοήθειας. Η επαναστατική διάθεση των Κρητών δεν υποχώρησε, ακόμα κι όταν οι επίσκοποι του νησιού διάβαζαν στις εκκλησίες τον αφορισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ και συνιστούσαν ηρεμία στους κατοίκους. Από την άλλη πλευρά, οι πληροφορίες για ξεσηκωμό των Κρητικών εξαγρίωσαν τους Τούρκους, που συνέλαβαν, βασάνισαν και απαγχόνισαν τον επίσκοπο Κισσάμου Μελχισεδέκ, φυλάκισαν τους επισκόπους Κυδωνίας Καλλίνικο και Ρεθύμνης Γεράσιμο αλλά προχώρησαν και σε κακοποιήσεις χριστιανών στα Χανιά (19 Μαΐου 1821). Στις 21 Μαΐου 1821 οργανώθηκε στο Λουτρό των Σφακίων, ως απάντηση στις Τουρκικές αγριότητες, η “Καγκελλαρία”, μία τοπική κυβέρνηση, και κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση. Η διαταγή των Πασάδων της Κρήτης για καθολικό αφοπλισμό των Χριστιανών δεν έγινε δεκτή από τους επαναστάτες, που κατασκεύασαν φυσέκια (“χαρτούτσια”) από τα βιβλία εκκλησιών και μοναστηριών και βόλια από τα βαρίδια των ζυγαριών, για να λύσουν το πρόβλημα των πολεμοφοδίων.

Δημήτριος Κουρμούλης

 

Οι πρώτες μάχες

Η πρώτη μεγάλη νίκη των επαναστατών σημειώθηκε στις 14 Ιουνίου 1821 στο Λούλο Χανίων, όπου εξοντώθηκε ένα σώμα γενιτσάρων από τα Χανιά και σκοτώθηκε ο αρχηγός τους Ταμπουρατζής, από τους Σφακιανούς οπλαρχηγούς Ιωάννη Χάλη, Ιωάννη Παπαδογεωργάκη, Παπανδρέα, Σήφακα και Βαρδουλομανούσο. Οι Τούρκοι απάντησαν με σφαγές αμάχων, λεηλασίες σπιτιών, μαγαζιών και εκκλησιών στα Χανιά. Οι σφαγές επεκτάθηκαν στο Ρέθυμνο και στις 23-24 Ιουνίου στο Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο), όπου οι νεκροί έφτασαν τους 700, ανάμεσά τους ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Γεράσιμος και οι επίσκοποι Κνωσσού, Χερρονήσου, Λάμπης και Σφακίων, Σητείας και Διοπόλεως. Στη Σητεία οι νεκροί ήταν 300.

Στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου οι Κρητικοί νίκησαν στο Ζουρίδι με επικεφαλής τους Αν. Δεληγιάννη και Π. Μανουσέλη (Μάχη των Ρουστίκων) αλλά και στις Καλύβες και στο Βοθειακό με επικεφαλής τους Ρ.Βουρδουμπά, Γ.Τσουδερό, Πωλογεωργάκη, Μεληδόνη και Μιχ. Κουρμούλη. Ο τελευταίος ανήκε στη γνωστή οικογένεια των Κουρμούληδων, που ήταν Τουρκοκρητικοί αλλά, συγκλονισμένοι από τις σφαγές των Ελλήνων, φανέρωσαν ότι ήταν κρυπτοχριστιανοί και τάχθηκαν με το μέρος των επαναστατών.

Παρά τα κέρδη των Κρητικών από τις μάχες αυτές σε όπλα και πολεμοφόδια, η έλλειψή τους ήταν ακόμα σημαντική. Έτσι απηύθυναν έκκληση στην Ύδρα για να στείλει στην Κρήτη τόσο πολεμοφόδια όσο και άνδρες, χωρίς όμως να εισακουστούν.

Οι προσπάθειες των Τούρκων να καταπνίξουν την επανάσταση στα Σφακιά

Στις αρχές Ιουλίου οι Έλληνες νίκησαν στο χωριό Γάλλου και ανάγκασαν τους Τούρκους, που στόχευαν να καταπνίξουν την επανάσταση στα Σφακιά, να επιστρέψουν στο Ρέθυμνο. Μία ακόμη μεγάλη νίκη κέρδισαν οι Έλληνες στους Λάκκους εναντίον του Λατίφ Πασά των Χανιών, που επιχείρησε να καταστείλει την επανάσταση στο Θέρισο, αναγκάζοντάς τον να επιστρέψει και να κλειστεί στο Κάστρο των Χανίων. Οι Ιωάννης και Βασίλης Χάλης, Αντώνης Φασούλης και Γ.Δασκαλάκης πρωταγωνίστησαν στη μάχη αυτή.

Στα μέσα Ιουλίου 1821 εξελίχθηκε νέα προσπάθεια των Τούρκων να χτυπήσουν τους επαναστάτες στα Σφακιά. Η επιχείρηση οργανώθηκε από τον Σερίφ πασά του Ηρακλείου που όρισε αρχηγό των 8.000 ανδρών που συγκέντρωσε τον Καούνη. Οι Τούρκοι, ενισχυμένοι και με δυνάμεις από το Ρέθυμνο, κατέλαβαν τα χωριά Καλλικράτης και Ασκύφου. Στις 18 Ιουλίου έγινε συντονισμένη επίθεση των Σφακιανών στο Ασκύφου με αρχηγούς τούς Μανουσέλη, Δεληγιαννάκη, Πωλογεωργάκη, Ρ. Βουρδουμπά και Γ. Δασκαλάκη. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν μεγάλες και υποχώρησαν προς το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο.

Η τρίτη προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν τα Σφακιά εκδηλώθηκε στο τέλος Ιουλίου 1821, με την κοινή εκστρατεία των πασάδων του Ηρακλείου, Ρεθύμνου και Χανίων, Σερίφ, Οσμάν και Λατίφ αντίστοιχα. Την 1η Αυγούστου οι Έλληνες επιτέθηκαν πρώτοι στην Επισκοπή αλλά έχασαν τη μάχη. Οι Τούρκοι από τα στενά του Αλμυρού μπήκαν στην επαρχία Αποκορώνου, κατέστρεψαν πολλά χωριά και εξόντωσαν 3.000 αμάχους. Η κρισιμότητα της κατάστασης οδήγησε τους Σφακιανούς να κάνουν έκκληση στις Σπέτσες για βοήθεια (13 Αυγούστου 1821), αφού οι Υδραίοι δεν είχαν ανταποκριθεί.

 

Παρά την νίκη των Ελλήνων στις Αλίακες (19 Αυγούστου 1821) οι Τούρκοι έφτασαν στα Σφακιά, νικώντας τους Σφακιανούς στο Ασκύφου (29 Αυγούστου 1821). Πολλά γυναικόπαιδα θανατώθηκαν και αιχμαλωτίσθηκαν και όσα μπόρεσαν κατέφυγαν στη Γαύδο. Παρά την νίκη τους οι Τούρκοι γνώριζαν ότι η επανάσταση δεν είχε κατασταλεί, αφού πολλοί πολεμιστές είχαν καταφύγει σε ορεινές περιοχές.

Η επανάσταση υπό την ηγεσία του Αφεντούλιεφ

Η σφραγίδα του Αφεντούλιεφ

Η σφραγίδα του Αφεντούλιεφ, διορισμένου διοικητή της Κρήτης (1822-23).

Η υπογραφή του Μιχαήλ Αφεντούλιεφ

Η υπογραφή του Μιχαήλ Αφεβτούλιεφ (1769-1855).

 

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων Πασάδων από τα Σφακιά η επανάσταση ξανάρχισε, καθώς οι τουρκικές δυνάμεις κλείστηκαν στα κάστρα, ενώ οι Έλληνες επέστρεψαν στα χωριά τους. Την κρίσιμη αυτή στιγμή γινόταν αναγκαία η ύπαρξη ενιαίας ηγεσίας του αγώνα στην Κρήτη, αφού υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των Σφακιανών οπλαρχηγών και εκείνων από τις άλλες περιοχές του νησιού.

Οι Κρητικοί ζήτησαν από τον Δημήτριο Υψηλάντη να ορίσει γενικό αρχηγό της επανάστασης στην Κρήτη, προτείνοντας όμως διαφορετικά πρόσωπα. Οι μεν Σφακιανοί πρότειναν τον Αλέξανδρο Καντακουζηνό, που αρνήθηκε την πρόταση, οι δε οπλαρχηγοί από την υπόλοιπη Κρήτη τον Μιχαήλ Κουρμούλη, που είχε αναδειχθεί στις μάχες στο νησί.

Τελικά, ο Δ.Υψηλάντης όρισε τον Μιχαήλ Κομνηνό Αφεντούλιεφ ή Αφεντούλη γενικό αρχηγό της επανάστασης στην Κρήτη. Αυτός έφθασε στην Κρήτη στις 25 Οκτωβρίου 1821 με πολεμικό υλικό και τρόφιμα, όμως πολύ λίγα σε σχέση με όσα ήταν απαραίτητα για τον αγώνα, και επέλεξε ως έδρα της διοικήσεώς του το Λουτρό Σφακίων. Από εκεί εξέδιδε τις διαταγές του που στην αρχή φαινόταν ότι έβρισκαν αρίστην υποδοχήν εις τά πνεύματα των Κρητών” κατά τον Κριτοβουλίδη.

Στο τέλος αυτής της χρονιάς (1821) οι Τούρκοι των Χανίων απέτυχαν να καταλάβουν τους Λάκκους και τη Μαλάξα. Στην επιχείρηση των Ελλήνων κατά της Κανδάνου, πρωτεύουσα της επαρχίας Σελίνου, σκοτώθηκε ο οπλαρχηγός Γ. Δασκαλάκης.

Βιαιοπραγίες και σφαγές στην Εκκλησία της Κρήτης

Οι βιαιοπραγίες και οι διωγμοί εναντίον ορθόδοξων ιεραρχών και κληρικών εντάθηκαν αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης του 1821, εξαιτίας της βοήθειας που προσέφερε η Εκκλησία στους επαναστατημένους Κρητικούς.

 

Στις 19 Μαΐου 1821 απαγχονίστηκε στην πλατεία της Σπλάντζιας Χανίων ο επίσκοπος Κισάμου Μελχισεδέκ Δεσποτάκης μαζί με τον διάκονο Καλλίνικο από τη Βέροια. Την ίδια περίοδο σφαγιάστηκε ο επίσκοπος Πέτρας Ιωακείμ και φυλακίστηκαν ο Κυδωνίας Καλλίνικος Σαρπάκης και ο Ρεθύμνης Γεράσιμος Περδικάρης, ο οποίος στη συνέχεια απαγχονίστηκε.

 

Ο “μεγάλος αρπεντές”

Στις 24 Ιουνίου 1821 οι Οθωμανοί έσφαξαν στο Ηράκλειο τον μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και τους επισκόπους Κνωσού Νεόφυτο, Χερρονήσου Ιωακείμ, Λάμπης Ιερόθεο, Σητείας Ζαχαρία και Διοπόλεως Καλλίνικο, μαζί με 800 συνολικά λαϊκούς.

Συγκεκριμένα, η μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου έγινε την 24 Ιουνίου 1821, στο μικρό Άγιο Μηνά και έμεινε στη μνήμη του λαού σαν ο “μεγάλος αρπεντές”.

Οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν το Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε Επισκόπους : τον Κνωσού Νεόφυτο, τον Χερρονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο Επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο.

Την ίδια τύχη επεφύλαξαν σε ηγούμενους και μοναχούς πολλών μοναστηριών, όπως των Τοπλού, Γουβερνέτου και Κορακιών, ενώ ο μόνος από τους ιεράρχες που γλίτωσε ήταν ο Ιεράς Αρτέμιος, επειδή απουσίαζε κατά τη στιγμή των σφαγών. Επίσης, πολλά μοναστήρια και ναοί παραδόθηκαν στις φλόγες, όπως ο τότε μητροπολιτικός ναός στο Ηράκλειο, και πολλά σπάνια κειμήλια (εικόνες – ιερά σκεύη – χειρόγραφα) λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν.

Η Εκκλησία της Κρήτης έμεινε ακέφαλη μέχρι το 1823, όταν με άδεια του σουλτάνου Μαχμούτ Δ΄ χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κρήτης ο Καλλίνικος εξ  Αγχιάλου (1823-1830).

 

 

 

 

Πηγή: Wikipedia

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ