Η μεγάλη δίκη της Νυρεμβέργης

Ο αφανισμός 6 εκατομμυρίων Εβραίων, τα βασανιστήρια και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, oι θάλαμοι αερίων και τα πειράματα των Γερμανικών στρατευμάτων, χαράχτηκαν βαθιά στην συλλογική μνήμη. Τη μνήμη ακολούθησε οργή και μια βαθιά ανάγκη για δικαιοσύνη, έστω και αργά. Η απάνθρωπη μεταχείριση μιας φυλής με σκοπό την εξαφάνισή της, έπρεπε να καταδικαστεί και να τιμωρηθεί, ώστε να γυρίσει η μαύρη σελίδα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η σύσταση του Δικαστηρίου και το κατηγορητήριο  

Η είδηση της σύλληψης   1η Οκτωβρίου 1947. Το Διεθνές Στρατοδικείο στη Νυρεμβέργη ανακοινώνει τις αποφάσεις του, μετά από μία δίκη σταθμό, κατηγορώντας 24 μέλη του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και οκτώ ναζιστικές οργανώσεις για εγκλήματα πολέμου.

Η σύσταση του Δικαστηρίου ήταν αποτέλεσμα μιας συμφωνίας, την οποία υπέγραψαν οι Κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μεγάλης Βρετανίας και της ΈΣΣΔ στις 8 Αυγούστου 1945 στο Λονδίνο.   Το Στρατοδικείο, με επικεφαλής τον Αρχιδικαστή Τζέφρεϊ Φρέντερικ Λόρενς, επιβάλλει τη θανατική ποινή σε 12 κατηγορουμένους    Η συμφωνία όριζε ότι το Δικαστήριο θα απαρτιζόταν από τέσσερα μέλη κι έναν αναπληρωματικό για κάθε μέλος. Όλα τα μέλη αλλά και οι αναπληρωματικοί τους, θα ορίζονταν από τις Κυβερνήσεις που υπέγραφαν τη συμφωνία. Η σύνθεση ωστόσο του Δικαστηρίου παραβίαζε τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, καθώς οι ηττημένοι του πολέμου δικάστηκαν από δικαστές των νικητριών δυνάμεων (χωρίς τη συμμετοχή Γερμανών) και όχι από δικαστές προερχόμενους από χώρες που δεν είχαν άμεση ή έμμεση εμπλοκή στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το κυριότερο όμως πρόβλημα, υπήρξε η καταστρατήγηση του Αξιώματος του Ποινικού δικαίου, αφού δεν υπήρχε μέχρι τότε γραπτό δίκαιο που να θεσπίζει τόσο το ποια πράξη ή παράλειψη συνιστά έγκλημα διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά ακόμα χειρότερα δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει τι συνιστά υπεράσπιση, σε αυτή την κατηγορία.

Οι Σοβιετικοί, πρότειναν η δίκη να γίνει στο Βερολίνο.

Η πόλη όμως δε μπορούσε να φιλοξενήσει ένα τόσο σπουδαίο γεγονός καθώς, οι καταστροφές που είχε υποστεί ήταν τεράστιες. Η Νυρεμβέργη ωστόσο, ήταν τη στιγμή εκείνη η καλύτερη επιλογή, καθώς διέθετε Δικαστικό Μέγαρο, το λεγόμενο και “Μέλαθρον της Δικαιοσύνης”, που είχε υποστεί ελάχιστες καταστροφές. Η πόλη είχε και συμβολική σημασία μάλιστα, αφού θεωρείται η γενέτειρα του εθνικοσοσιαλισμού, ενώ βρισκόταν και υπό την αμερικανική κατοχή.   Το Βερολίνο δε μπόρεσε να φιλοξενήσει τη δίκη, αφού είχε υποστεί τεράστιες καταστροφές   “Μέλαθρον της Δικαιοσύνης” Νυρεμβέργη

Στις 29 Αυγούστου, ανακοινώθηκε ο κατάλογος των κατηγορουμένων.

Οι βασικές κατηγορίες, για τις οποίες θα λογοδοτούσαν οι υπόδικοι, ήταν: (Α) Εγκλήματα κατά της Ειρήνης: Συγκεκριμένα ο σχεδιασμός, η προετοιμασία, η έναρξη, η εξαπόλυση πολέμου ή επίθεσης ή πολέμου κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, συμφωνιών ή διαβεβαιώσεων, ή συμμετοχή σε κοινό σχέδιο συνωμοσίας για την επίτευξη οποιουδήποτε από τους παραπάνω στόχους.

(Β) Εγκλήματα Πολέμου: Συγκεκριμένα, παραβιάσεις των νόμων και των κανόνων του πολέμου. Σε αυτά περιλαμβάνονται – δεν περιορίζονται όμως σε αυτά – δολοφονίες, κακομεταχείριση ή εκτόπιση για καταναγκαστική εργασία ή οποιοδήποτε άλλου σκοπό ιδιωτών από κατακτημένη χώρα, δολοφονία ή κακομεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου ή ναυτικών, εκτέλεση ομήρων, λεηλασίες δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας, απρόκλητη καταστροφή πόλεων, κωμοπόλεων ή χωριών ή καταστροφές μη υπαγορευόμενες από στρατιωτική ανάγκη.

(Γ) Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητος: Συγκεκριμένα, δολοφονία, εξόντωση, υποδούλωση, εκτόπιση και άλλες απάνθρωπες πράξεις διαπράχθηκαν κατά πολιτών πριν ή κατά τη διάρκεια του πολέμου. διώξεις λόγω πολιτικών, φυλετικών ή θρησκευτικών αιτίων ή σχετικών με οποιοδήποτε έγκλημα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι, εκτελέσθηκε, είτε παραβίασε την τοπική νομοθεσία είτε όχι, της χώρας στην οποία διαπράχθηκε.

(Δ) Συνωμοσία για το σχεδιασμό και την εξαπόλυση επιθετικών ενεργειών και άλλων εγκλημάτων κατά της Παγκόσμιας Ειρήνης.

Το Στρατοδικείο, με επικεφαλής τον Αρχιδικαστή Τζέφρεϊ Φρέντερικ Λόρενς, επιβάλλει τη θανατική ποινή σε 12 κατηγορουμένους. Τον Χέρμαν Γκέριγκ, τον Ιωακείμ φον Ρίμπεντροπ, τον Βίλχελμ Κάιτελ, τον Έρνστ Καλτενμπρούνερ, τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, τον Χανς Φρανκ, τον Βίλχελμ Φρικ, τον Γιούλιους Στρέιχερ, τον Φριτς Ζάουκελ, τον Άλφρεντ Γιοντλ, τον Άρτουρ Ζάις-Ίνκβαρτ και τον Μάρτιν Μπόρμαν.

Τρεις καταδικάστηκαν σε ισόβια φυλάκιση, ο Ρούντολφ Ες, ο υπουργός οικονομικών Βάλτερ Φουνκ και ο Έριχ Ρέντερ. Τέσσερα άτομα καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από 10 έως 20 έτη, ο Καρλ Νταίνιτς, ο Μπάλντουρ φον Σίραχ, ο Άλμπερτ Σπέερ και ο Κόνσταντιν φον Νόιρατ.

Το δικαστήριο αθώωσε τρεις κατηγορουμένους, τον Χίαλμαρ Σαχτ, τον Φραντς φον Πάπεν και τον Χανς Φρίτζε.

Οι θανατικές ποινές εκτελέστηκαν στις 16 Οκτωβρίου 1946, με δύο εξαιρέσεις: Ο Γκέριγκ αυτοκτόνησε λίγο πριν την προγραμματισμένη εκτέλεσή του, ενώ ο Μπόρμαν παρέμεινε ασύλληπτος. Οι υπόλοιποι 10 κατηγορούμενοι εκτελέστηκαν δι’ απαγχονισμού, οι σοροί τους αποτεφρώθηκαν και οι στάχτες τους ρίχτηκαν στον ποταμό Γίζερα.

Επτά σημαντικοί εγκληματίες πολέμου που καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης φυλακίστηκαν στην φυλακή Σπαντάου στο Βερολίνο.   Ο Χέρμαν Γκέριγκ αυτοκτόνησε πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεσή του   O Βίλχελμ Κάιτελ μετά την εκτέλεση   Εγκληματικές κηρύχθησαν και οκτώ γερμανικές οργανώσεις και ομάδες παρά το γεγονός ότι είχαν ήδη διαλυθεί:   Η Κυβέρνηση του Γ΄ Ράιχ. Το Σώμα των πολιτικών ηγετών του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (NSDAP). Η Υπηρεσία Προστασίας του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (SS). Η Υπηρεσία Ασφαλείας (SD) Η Μυστική Κρατική Αστυνομία (γνωστότερη ως Γκεστάπο). Τα Γερμανικά Τάγματα Εφόδου (SA) Το Γενικό Επιτελείο του Γ’ Ράιχ, και Η Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ (O.K.W.).[2]

 

 

Πηγή: www.lifo.gr

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ