Η είσοδος του Ελ. Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική ζωή

Η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 8ης Αυγούστου χαρακτηριζόταν από μεγάλη ανομοιογένεια και πανσπερμία πολιτικών και ιδεολογικών τάσεων, συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κήρυξη των εργασιών της Βουλής από τον βασιλιά την 1η Σεπτεμβρίου έβρισκε το Σώμα διχασμένο. Δύο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της ορκωμοσίας των βουλευτών δημιουργήθηκε διένεξη μεταξύ των οπαδών της Αναθεωρητικής (ομάδα Δ. Ράλλη) και της Συντακτικής (ομάδα Κ. Μαυρομιχάλη). Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή έκανε την είσοδό του στην πολιτική σκηνή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο μόνος πολιτικός ηγέτης που έδειχνε ικανός τη δεδομένη στιγμή να συνενώσει τις αντίρροπες δυνάμεις.

Ο Βενιζέλος αφίχθηκε στον Πειραιά στις 5 Σεπτεμβρίου, όπου τον υποδέχτηκε πλήθος κόσμου. Την ίδια μέρα, δείχνοντας τα πρώτα δείγματα των ηγετικών αρετών του και της αποφασιστικότητάς του απευθύνθηκε σε μεγαλειώδη συγκέντρωση του αθηναϊκού λαού στην πλατεία Συντάγματος. Απόσπασμα της ιστορικής ομιλίας του παρατίθενται παρακάτω, ώστε να γίνούν αντιληπτές τόσο οι ιδεολογικές πεποιθήσεις και αρχές του Βενιζέλου αλλά και το περιεχόμενο των αιτημάτων της ελληνικής κοινωνίας:

«Δεν έρχομαι ενταύθα, ως αρχηγός νέου και εσχηματισμένου κόμματος. Έρχομαι απλώς σημαιοφόρος νέων πολιτικών ιδεών και υπό τη σημαία ταύτην καλώ πάντας εκείνους, οίτινες συμμερίζονται τας ιδέας ταύτας, εμπνέονται από τον ιερό πόθον ν’ αφιερώσι πάσας τας δυνάμεις της ψυχής και του σώματος, να συντελέσωσιν εις την επιτυχίαν των ιδεών τούτων. Η ιθύνουσα την πολιτεία μου κεντρική αρχή είναι ότι ο πολιτικός ανήρ οφείλει να έχει γνώμονα πάσης αυτού πράξεως το κοινόν συμφέρον και εις το συμφέρον τούτο να υποτάσση άνευ ενδοιασμού το συμφέρον του κόμματος εις ο ανήκει και το των μελών του κόμματος τούτου, ότι οφείλει να έχη πάντοτε το θάρρος των γνωμών αυτού, μηδέποτε διαψεύδων ταύτας δια να γίνεται αρεστός προς τα άνω ή προς τα κάτω, ότι προς την εξουσίαν πρέπει να αποβλέπει ουχί ως σκοπόν, αλλ’ ως μέσον προς επιτυχίαν άλλου υψηλότερου σκοπού, μηδέποτε σπεύδων προς ανάληψιν της αρχής, αν πρόκειται τούτο να γίνη επί θυσία μικρή ή μεγάλη των αρχών αυτού, μηδέποτε διστάζων να απορρίπτη ταύτην, αν η διατήρησις αυτή έπρεπε να εξαγορασθή δια θυσίας του προγράμματος προς εφαρμογήν του οποίου εκλήθη υπό του λαού. Αναγνωρίζων την ανάγκην της διαπαιδαγωγήσεως του Ελληνικού Λαού και της χειραφετήσεως αυτού από του προσωπικού κομματισμού, θα εργασθώ μετ’ εκείνων προς τους οποίους η εξέλιξις των εργασιών της Βουλής ήθελεν αποδείξει ότι συμπίπτουν αι ιδέαι μου, δια την οργάνωσιν πολιτικού συλλόγου, διακλαδουμένου καθ’ όλον το Κράτος και μέλλοντος να αποτελέση την οργάνωσιν του πολιτικού κόμματος, της ανορθώσεως του οποίου την συγκρότησιν αναμένει ο λαός…». Στη συνέχεια διατύπωσε περιληπτικά μια σειρά μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση, τη γεωργία, την χάραξη εκσυγχρονιστικής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, τη δικαιοσύνη και τον στρατό.

 

Φωτογραφία του Ελ. Βενιζέλου ενώ απευθύνεται στο ελληνικό Κοινοβούλιο

Απ’ αυτή την ομιλία – σταθμό της ελληνικής κοινοβουλευτικής ιστορίας ξεχωρίζει η άρνηση του Βενιζέλου να ενδώσει στις απαιτήσεις μεγάλης μερίδας των συγκεντρωμένων για τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Από τον εξώστη της πλατείας Συντάγματος, αντιτάχθηκε στις αξιώσεις χιλιάδων οπαδών εμμένοντας στην ανάγκη σύγκλησης Αναθεωρητικής Εθνοσυνέλευσης: «Αναθεωρητική!». «Επαναλαμβάνω, Διπλής Αναθεωρητικής Βουλής!». Παρά τις εντεινόμενες εκκλήσεις του πλήθους, δεν δίστασε να διαφωνήσει μαζί του για τρίτη φορά, επιμένοντας στην αρχική ρήση του: «Είπα! Αναθεωρητικής…». Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να γίνει αναφορά στο σχόλιο του Γ. Δερτιλή σχετικά με τον διάλογο μεταξύ του Βενιζέλου και του αθηναϊκού λαού: «Πως άραγε θ’ αντιμετώπιζε η χώρα στο μέλλον τους Βαλκανικούς Πολέμους και την κοσμογονική παγκόσμια σύρραξη αν δεν ήταν ο Βενιζέλος στον εξώστη, αλλά ένας άλλος παράκλητος ηγέτης, εξ’ ίσου ικανός, λίγο ή και διόλου χαρισματικός και λιγότερο οξυδερκής; Τι θα γινόταν, π.χ. αν ήταν ένας νεαρός και υπερφιλόδοξος πολιτικός σαν τον τότε ριζοσπαστικό «Ιάπωνα» και αργότερα συντηρητικό Δημήτριο Γούναρη, ή ένας ικανός και ολίγον μονομανής στρατιωτικός σαν τον γερμανόφιλο Ιωάννη Μεταξά; Και σε τι χάος θα βυθιζόταν η χώρα αν ομιλητής ήταν ένας Έλληνας Μπαμπέφ (Babeuf), εξ ίσου χαρισματικός με τον Βενιζέλο, αλλ’ ακαλλιέργητος και αστόχαστος; Ελάχιστα βήματα χώριζαν το πλήθος από τη Βουλή – και ακόμη λιγότερα από τα Ανάκτορα» (Δερτιλής 2009).

Η ομιλία της 5ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε την επιβεβαίωση της ηγετικής ακτινοβολίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, αλλά και της ευρύτατης λαϊκής συμπαράταξης στο πλευρό του. Το μετριοπαθές πρόγραμμά του και η αποφασιστική στάση του έγειραν την πλάστιγγα οριστικά υπέρ του. Έχοντας ως κύριο μέλημα τον ρεαλιστικό συγκερασμό του επιθυμητού με το εφικτό συνέβαλε στην εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης. Γι’ αυτόν τον σκοπό, δεν ακολούθησε τον εύκολο δρόμο της δημαγωγίας αλλά προτίμησε να αντιταχθεί στο λαϊκό θυμικό μέσα από τον παραπάνω συγκλονιστικό δημόσιο διάλογο, αναλαμβάνοντας εξ’ αρχής ηγετικό ρόλο.

Πλέον, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξεχώριζε ως η μόνη πολιτική μορφή, ικανή να βγάλει τη χώρα από την κρίση και να αναλάβει την πρωθυπουργία. Το μόνο εμπόδιο ήταν ο Γεώργιος, ο οποίος ήταν επιφυλακτικός λόγω του πρωτύτερου αντιδυναστικού βίου του Κρητικού πολιτικού. Ωστόσο, πράττοντας σοφά, κατέληξε στη λύση Βενιζέλου δηλώνοντας ότι: «Δικαίως ή αδίκως, δεν το εξετάζω, εκπροσωπεί σήμερον την ιδέα της αναγεννήσεως, και επ’ αυτού στηρίζει όλος ο κόσμος (εκτός της Βουλής) βεβαίως τας ελπίδας της σωτηρίας του τόπου από την αναρχίαν και την κακοδαιμονίαν, εις την οποίαν περιήλθομεν. Εάν ο Βασιλεύς καλέση τον Βενιζέλον εις την αρχήν, ο κόσμος όλος θα φωνάξει: εύγε, ο Βασιλεύς είναι υπέρ της ανορθώσεως και ποθεί την διόρθωσιν των κακώς κειμένων…».

Οι δύο άνδρες ήταν πλέον έτοιμοι για έναν ιστορικό συμβιβασμό. Ο Βενιζέλος, αντιλαμβανόμενος από το εκλογικό αποτέλεσμα της 8ης Αυγούστου ότι ο «παλαιός» πολιτικός κόσμος δεν είχε ηττηθεί, επέλεξε μια στρατηγική πολιτικού ρεαλισμού με γνώμονα το γενικό συμφέρον. Μόνο αν επιτυγχανόταν η εξομάλυνση της πολιτικής ζωής ήταν δυνατή η προώθηση των απαραίτητων ριζικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό ήταν εφικτό αν αναδεικνυόταν ο βασιλιάς ως επικεφαλής της ανορθωτικής προσπάθειας. Εξάλλου, οι διεθνείς εξελίξεις υποδήλωναν ότι η αντίστροφη μέτρηση για την οριστική επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος είχε ήδη ξεκινήσει και ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας να είναι σε θέση να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν υπήρχε περιθώριο για τη διατήρηση ανοικτών εσωτερικών μετώπων. Ο Γεώργιος Α΄, από την πλευρά του, διέγνωσε με ακρίβεια τις απαιτήσεις της ιστορικής συγκυρίας. Παραμέρισε την ανασφάλεια που του προκαλούσε το επαναστατικό, αντιδυναστικό παρελθόν του Βενιζέλου και είδε στο πρόσωπο του τελευταίου, τον πολιτικό άνδρα που θα ικανοποιούσε το μαζικό, κοινωνικό αίτημα για εκσυγχρονισμό της δημόσιας ζωής. Μία αντίθετη επιλογή θα ήταν άφρονος καθώς θα πήγαινε ενάντια στο λαϊκό αίσθημα με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Μετά τη δήλωση Βενιζέλου ότι αποδεχόταν την ελλαδική βουλευτική ιδιότητα και έπαυε οριστικά κάθε πολιτική δραστηριότητα στην Κρήτη, εξαλείφονταν και τα τελευταία τυπικά κωλύματα. Ο Γεώργιος Α΄ ανέθεσε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Η πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου ορκίσθηκε την 6η Οκτωβρίου 1910. Ο Βενιζέλος ανέλαβε τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών, θέλοντας να επιληφθεί ο ίδιος του επείγοντος θέματος της στρατιωτικής προετοιμασίας αλλά και να επιβλέπει στενά τις κινήσεις των στρατιωτικών. Η σύνθεση της νέας κυβέρνησης απέπνεε ένα άρωμα μετριοπαθούς ριζοσπαστισμού αλλά και οριστικής ρήξης με το παρελθόν. Κανένα από τα μέλη της κυβέρνησης αυτής δεν υπήρξε υπουργός στο παρελθόν, αλλά όλοι είχαν δοκιμαστεί με επιτυχία σε υπεύθυνες θέσεις.

Ωστόσο, το περίπλοκο θέμα του χαρακτηρισμού της Εθνοσυνέλευσης ως Αναθεωρητική ή Συντακτική γνώρισε νέα αναζωπύρωση λόγω της διαμάχης σχετικά με την αρχή και τις προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος της διάλυσής της. Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης ήταν η στρατηγική επιλογή του Βενιζέλου της άμεσης διάλυσης της Βουλής. Ο νέος πρωθυπουργός κατανοούσε ότι η τότε σύνθεση της Βουλής θα επέτρεπε μόνο την προσωρινή ζωή της κυβέρνησής του. Σύντομα, θα έθετε ανυπέρβλητα εμπόδια στο μεταρρυθμιστικό έργο της. Με πρόσχημα τη σχετική επικράτηση της κυβέρνησης (207 υπέρ επί 266 παρόντων και 96 απόντων) σε ψηφοφορία εμπιστοσύνης εισηγήθηκε επιμόνως τη διεξαγωγή εκλογών. Ο βασιλιάς, βλέποντας το διογκούμενο λαϊκό ρεύμα υπέρ του Βενιζέλου έδωσε τη συγκατάθεσή του. Οι αρχηγοί των τριών κύριων πολιτικών κομμάτων αντέδρασαν στην απόφαση της «βίαιης» διάλυσης της Βουλής και δήλωσαν αποχή από τις εκλογές. Επρόκειτο για μια πρόφαση: στην πραγματικότητα φυγομάχησαν αντιλαμβανόμενοι τη μοιραία κατάληξη που επεφύλασσαν οι εκλογές αυτές για τα κόμματά τους.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 28ης Νοεμβρίου 1910 υπήρξε ένας θρίαμβος του Ελευθερίου Βενιζέλου και συντριβή του παλαιού πολιτικού κόσμου. 307 από τους 362 βουλευτές άνηκαν στη βενιζελική παράταξη, ενώ το ποσοστό αποχής μόλις υπερέβαινε κατά 8% αυτό των εκλογών της 8ης Αυγούστου. Μόλις 117 βουλευτές ήταν μέλη και της προηγούμενης Βουλής, ενώ το 90% των βουλευτών δεν είχαν εκλεγεί ποτέ πριν από την 8η Αυγούστου. Η σύνθεση της δεύτερης κυβέρνησης Βενιζέλου ήταν πανομοιότυπη με την πρώτη. Κανένα από τα μέλη της δεν προερχόταν από τα μεγάλα πολιτικά «τζάκια» της Ελλάδας, ενώ ο ίδιος ο Βενιζέλος προερχόταν από μικροαστική οικογένεια. Το αίτημα για ανανέωση είχε εκφραστεί πλήρως στη νέα Βουλή.

Λίγο μετά τις εκλογές, ο Βενιζέλος σχημάτισε το «Κόμμα Φιλελευθέρων», διακηρύσσοντας την ανάγκη ύπαρξης κομμάτων με πολιτικές αρχές και όχι προσωποπαγή. Αν και το «Κόμμα Φιλελευθέρων» αντλούσε δύναμη από την προσωπική ακτινοβολία του Βενιζέλου, εντούτοις ήταν το πρώτο κόμμα που είχε προσήλωση σε σταθερές προγραμματικές αρχές και στηριζόταν σ’ έναν κομματικό μηχανισμό «στελεχών». Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ευρύτερης αναγεννητικής ατμόσφαιρας η Β΄ Αναθεωρητική Βουλή ολοκλήρωσε την αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος. Δεν μετεβλήθησαν η μορφή του πολιτεύματος ή η οργανωτική δομή του πολιτεύματος. Υπήρξαν όμως ουσιαστικές ρυθμίσεις που αφορούσαν στην κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών και στη θεσμοθέτηση κανόνων στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Επιπλέον, η κυβέρνηση Βενιζέλου πρόσφερε θετικότατο έργο, ανταποκρινόμενο στη γενική απαίτηση για ευρύτερη ανανέωση και αναδιάρθρωση του κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Ο Βενιζέλος, κατορθώνοντας με δεξιοτεχνία να κατευθύνει το ριζοσπαστικό ρεύμα που διέτρεχε όλον σχεδόν τον ελληνικό λαό, δρομολόγησε την εμπέδωση βαθύτατων και αναγκαίων αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Στο κέντρο της στρατηγικής του έθεσε την ισορροπία ανάμεσα στο εφικτό και το επιθυμητό, πραγματοποιώντας τους απαραίτητους συμβιβασμούς, χωρίς την αντίστοιχη μείωση του δημοκρατικού περιεχομένου των θεσμών. Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής έγιναν απτά μόλις δύο χρόνια αργότερα. Η χώρα ήταν απολύτως έτοιμη σε στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο ώστε να αντεπεξέλθει με επιτυχία τη μεγάλη δοκιμασία των Βαλκανικών πολέμων.

 

Πορτραίτο του Ελ. Βενιζέλου

Στρατιωτικός Σύνδεσμος και Ελευθέριος Βενιζέλος – Συνοπτική αποτίμηση του ρόλου τους

Το Κίνημα του Γουδή το 1909, εν τέλει, ήταν απότοκος της συσσωρευμένης δυσφορίας για το παλαιό πολιτικό σύστημα που δεν συμβάδιζε ικανοποιητικά με τις απαιτήσεις σε πολιτικό, οικονομικό και διοικητικό επίπεδο τη δεδομένη ιστορική περίοδο. Στον πυρήνα του ιδεολογικού οπλοστασίου του κινήματος βρίσκονται ισχυρά (αν και όχι ξεκάθαρα) στρατιωτικά, αντικομματικά, φιλολαϊκά και αντιδυναστικά στοιχεία. Μολαταύτα, δεν ήταν αντίθετο γενικά προς τον βασιλικό θεσμό και τον κοινοβουλευτισμό (σε αντιδιαστολή π.χ. προς το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου). Οι εργασίες του κοινοβουλίου δεν ανεστάλησαν σε καμία περίπτωση. Αντίθετα, το Σώμα συνέχισε να λειτουργεί από την πρώτη στιγμή, έστω και υπό την πίεση των στρατιωτικών. Παράλληλα, το κίνημα περιστρεφόταν γύρω από την κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, τον αλυτρωτισμό.

Ωστόσο, το Κίνημα του 1909 δεν κατόρθωσε ή δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να κατευθύνει και να σχηματοποιήσει το ισχυρό ριζοσπαστικό ρεύμα που διέτρεχε τότε την ελληνική κοινωνία. Ο μύθος της αστικής επανάστασης εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να περιβάλλει το κίνημα αλλά στην πραγματικότητα, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί παραπάνω, υποστηρίχθηκε κυρίως από τα μεσαία και κατώτερα στρώματα. Σ’ αυτή την εξίσωση εισέρχεται με δυναμικό τρόπο η ακμάζουσα αστική τάξη της διασποράς, η οποία αντιπαραβάλλεται με την εγχώρια κρατικιστική. Έχοντας ως όχημα την ικανοποίηση επαγγελματικών συμφερόντων και ριζικών αλλαγών στη διοίκηση, το πολιτικό και το οικονομικό σύστημα και τον στρατό, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος εξέφρασε την ανάγκη κάθαρσης μετά την επιβολή του Δ.Ο.Ε. και την στρατιωτική ήττα του 1897. Όμως αποδείχθηκε εξίσου επιρρεπής στις ίδιες αρνητικές πρακτικές που χαρακτήριζαν τα παλαιά πολιτικά κόμματα, δηλαδή, αυτούς τους φορείς διακυβέρνησης στους οποίους αντιτέθηκε με σφοδρότητα. Στη νέα πραγματικότητα που δημιούργησε το Κίνημα στο Γουδή ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υπέκυψε στην ανικανότητα και απροθυμία του να αναλάβει έναν ριζικά πρωταγωνιστικό ρόλο και να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά από τη φυσιογνωμία των παλαιών πολιτικών κομμάτων.

Μοιραία, απευθύνθηκε στον μόνο πολιτικό ηγέτη που έδειχνε ικανός να απαγκιστρώσει το αίτημα για ανόρθωση με τρόπο ουσιαστικό και αποτελεσματικό: τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο χαρισματικός Κρητικός πολιτικός ηγήθηκε της προσπάθειας για αναγέννηση της Ελλάδας τόσο σε υλικό (οικονομία, εκσυγχρονισμός στρατού, δημόσιας διοίκησης και υποδομών) όσο και σε πνευματικό – ψυχολογικό επίπεδο, κατά την περίοδο 1910-1915. Φυσικά, θα ήταν υπεραπλουστευτικό και συνάμα επικίνδυνο να αποδοθεί στον Βενιζέλο ο χαρακτηρισμός του «Εθνοσωτήρα». Ο Βενιζέλος αποτέλεσε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου παραγόντων. Ορισμένοι απ’ αυτούς διέτρεχαν το ελληνικό κράτος εκ σύστασής του, ενώ άλλοι ήταν γέννημα της ιστορικής συγκυρίας, όπως διαμορφώθηκε αυτή κατά την περίοδο 1893-1910. Ο αναδυόμενος πολιτικός ηγέτης αποδείχθηκε η καίρια μεταβλητή που μετέτρεψε τη λαϊκή επιθυμία για ριζοσπαστικές αλλαγές σε ειρηνική αστική επανάσταση. Αποτέλεσε τον καταλύτη που διευκόλυνε τον αστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, καθοδηγώντας την ελληνική αστική τάξη προς αυτή την κατεύθυνση. Στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του βρισκόταν η ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και η επίτευξη εθνικής ομοψυχίας, όροι απαραίτητοι για την ολοκλήρωση των εθνικών, αλυτρωτικών πόθων. Οι κόποι αυτής της προσπάθειας καρποφόρησαν την επόμενη κρίσιμη δεκαετία 1910-1920 (ωστόσο ακυρώθηκαν σε κάποιο βαθμό από τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής το 1922).

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα σχετικά με την αποτίμηση του Κινήματος στο Γουδή, ως αυτόνομο γεγονός κρίνεται αρνητικά. Οι στρατιωτικοί απέτυχαν να προσδώσουν ένα περιεχόμενο που ξεπερνούσε τα γενικευτικά και συντεχνιακά πλαίσια. Αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα απειθαρχίας προς απρόσωπους θεσμούς, μία νόσο από την οποία πάσχει ως σήμερα η ελληνική κοινωνία. Επιπλέον, αποτέλεσε ένα κακό προηγούμενο στην ελληνική πολιτική ζωή. Μετέπειτα στρατιωτικά κινήματα / δικτατορίες ανέτρεχαν στις βασικές αρχές του κινήματος του 1909 για να προσδώσουν στο δικό τους περιεχόμενο στοιχεία νομιμοποίησης. Η προσφορά του κινήματος κρίνεται θετική μόνο εκ του αποτελέσματος, δηλαδή, ότι επέτρεψε την είσοδο του Ελευθέριου Βενιζέλου στην ελληνική πολιτική ζωή και την αναγεννητική πολιτική που εφάρμοσε στη συνέχεια.

 

 

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ