grylos-aggouridakis

8 Αυγούστου 1944: Το σαμποτάζ της Δαμάστας

Το σαμποτάζ της Δαμάστας έγινε το πρωινό της 8ης Αυγούστου 1944 στον κεντρικό δρόμο Ηρακλείου-Ρεθύμνου στη θέση “Δαμαστός”. Σε αυτό συμμετείχαν οι 16 κάτωθι αγωνιστές αντάρτες:

-Επικεφαλής ο Ουίλιαμ Στάνλευ Μος

-Νικόλαος Σταυρακάκης ή Αεροπόρος (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Ι.Κ.Σμπώκος ή Κωστακογιάννης  (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Ε.Β Σπιθούρης  (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Ε.Γ Κοντόκαλος  (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Κ.Β Κεφαλογιάννης ή Κουντόκωστας  (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Ελευθ.Ε.Σκουλάς  (ΑΟΑ Ανωγείων)

-Ζαχαρίας Χαιρέτης (Αυγενική)

-Γεώργιος Τυράκης (Αμάρι)

-Γεώργιος Σμπώκος (Άγιος Θωμάς)

-Ανθυπολοχαγός Βάνυα (Ρώσος)

-Μιχαήλ Χολιακώφ (Ρώσος)

-Ιβάν Φαραφοκωφ (Ρώσος)

-Γιώργης Πετρώφ (Ρώσος)

-Πέτρος Σμακώφ (Ρώσος)

-Νικολάι Μπορισώφ (Ρώσος)

Στο σαμποτάζ σκοτώθηκαν 9 Γερμανοί και αιχμαλωτίστηκαν 8 Ιταλοί στρατιώτες. Οι αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν αργότερα από Βρετανική ομαδα στον Ψηλορείτη. Οι απώλειες των ανταρτών ήταν 1 νεκρός, ο Ρώσος ανθυπολοχαγός Βάνυα, και δυο Ανωγειανοί τραυματίες, ο βαριά τραυματισμένος Εμμανουήλ Σπιθούρης και ο ελαφρύτερα τραυματίας Κώστας Κεφαλογιάννης. Επίσης στο σαμποτάζ σκοτώθηκαν και δυο Ηρακλειώτες που είχαν μαζί τους στα οχήματα οι Γερμανοί για αγγαρεία κοπής ξύλων ο Ιωάννης Αργυράκης του Παναγιώτη 44 ετών και ο Ελευθέριος Σκεπεντζής του Παρασκευά 29 ετών.

Το σαμποτάζ της Δαμάστας είναι το τελευταίο χρονικά από τα πέντε “επειδή” της διαταγής της ισοπέδωσης των Ανωγείων από τον Φρούραρχο Κρήτης Μίλλερ΅: “και επειδή οι Ανωγειανοί εξετέλεσαν το σαμποτάζ της Δαμάστας…”Οι Γερμανοί θεώρησαν ότι οι κάτοικοι του χωριού Δαμάστα ήταν συνεργοί, επειδή δεν μίλησαν για να παρεμποδιστεί το σαμποτάζ και σε αντίποινα, στις 21 Αυγούστου 1944, διάλεξαν τους 30 πιο «μάχιμους» άνδρες του χωριού και τους εκτέλεσαν στο Κερατίδι. Η Δαμάστα εκκενώθηκε και ισοπεδώθηκε.

Σκοπός αυτής της αντιστασιακής ενέργειας ήταν η καταστροφή του Γερμανικού τμήματος ασφαλείας που μετέφερε καθημερινά το γερμανικό ταχυδρομείο από το Ηράκλειο στα Χανιά , καθώς και της συνοδείας του.

Το σχέδιο δράσης προέβλεπε τοποθέτηση αντιαρματικής νάρκης κάτω  από μικρή γέφυρα σε στροφή του δρόμου, απομάκρυνση των διερχόμενων κατοίκων από την περιοχή και κατάληψη επίκαιρων θέσεων γύρω από το τμήμα του δρόμου που είχαν τοποθετηθεί τα εκρηκτικά.

Το αρχικό σχέδιο ανατράπηκε διότι της φάλαγγας ασφαλείας προηγήθηκαν δύο ώρες περίπου πριν, τρία γερμανικά φορτηγά που μετέφεραν εργάτες για την κοπή και μεταφορά ξυλείας. Οι αντάρτες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στα τρία αυτοκίνητα που ακινητοποιήθηκαν, σκότωσαν αρκετούς Γερμανοιταλούς της συνοδείας και άλλους τους αιχμαλώτισαν . Στη συνέχεια, οι αντάρτες προχώρησαν στην εκκαθάριση του δρόμου και επανήλθαν στις θέσεις τους περιμένοντας τη φάλαγγα ασφαλείας .

Πράγματι , όταν έφτασε ένα μεγάλο φορτηγό με 40 περίπου στρατιώτες, συνοδεύονταν από 1 τεθωρακισμένο όχημα που διέθετε 2 πολυβόλα. Τότε οι αντάρτες επιτέθηκαν στη γερμανική δύναμη που αιφνιδιάστηκε και υπέστη μεγάλες απώλειες.

Το τεθωρακισμένο όχημα κατάφερε να διαφύγει αφού έριξε βολές, ενώ από τους Γερμανοιταλούς στρατιώτες, όσοι δε σκοτώθηκαν τράπηκαν σε φυγή.

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΥΝΤΟΚΩΣΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΝΤΑΜΠΑΚΟΜΑΝΩΛΗ.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΑΚΗ

Τον τραυματία Νταμπακομανόλη, ο Κουντόκωστας τον σήκωσε στους ώμους του και τον τοποθέτησε κάτω από έναν πρίνο, εκτός του πεδίου βολής των τουφεκιών και της μάχης. Στη συνέχεια, ενώ βρίσκονταν στα Ανώγεια, ο Κουντόκωστας επέστρεψε με σκοπό να τον μεταφέρει στο χωριό για να τελεστεί η ταφή του (αφού όλοι πίστευαν ότι θα είναι νεκρός). Τον βρήκε ζωντανό και σε άλλη θέση. Με συντρόφους τον μετέφεραν στη θέση «Αχυρόσπηλιος» Αηδονοχωρίου. Στην αφήγησή του ο Κώστας Κεφαλογιάννης – Κουντόκωστας, αναφέρει μεταξύ άλλων:

“…καθ’ην στιγμήν αγωνιζόμεθα να θέσωμε το τανκς εκτός μάχης ο γενναίος αγωνιστής Εμμ. Σπιθούρης και ο Μος με τους άλλους άνδρας της ομάδος έσπευσαν προς ενίσχυσίν μας. Πριν προφθάσουν να έλθουν πλησίον μας, ο Εμμ. Σπινθούρης εδέχθη δύο σφαίρας του μυδραλιοβόλου και ετραυματίσθη εις την δεξιάν χείρα και την κοιλιακήν χώραν με τραύμα διαμπερές. Ήτο τόση η κόλασις του πυρός ώστε δεν αντελήφθην, εγώ τουλάχιστον τον τραυματισμόν του.

Ο Εμμ. Σπινθούρης δεν ήτο ιδιαίτερος φίλος μου πλην όμως τον εκτιμούσα και τον αγαπούσα, διότι ήταν σεμνό και γενναίο παλικάρι. Εδήλωσα εις τους συντρόφους μου ότι θα επιστρέψω προς ανεύρεσιν και διάσωσιν του Σπιθούρη και τους παρακάλεσα να παραμείνουν εις κατάλληλον θέσιν.

Ο Εμμανουήλ Σπιθούρης

Εκείνοι μου ετόνισαν ότι τα τραύματα του Σπιθούρη είναι θανατηφόρα και ο τραυματίας μάλλον δεν θα εζούσε. Επροχώρησα ανήσυχος και περίλυπος. Ανήρπασα τον ημιθανή πράγματι Σπιθούρην και σηκώνοντάς τον απεμακρύνθην ολίγον από τα πυρά. Αντιληφθείς εκείνος την θέσιν του και τον άμεσον κίνδυνον τον οποίον διέτρεχον, με ικέτευε να τον εγκαταλείψω, λέγοντάς μου με την σβησμένην φωνήν του:

-Δεν υπάρχει Κώστα ζωή για μένα. Φύγε να σωθείς τουλάχιστον εσύ. Εγονάτισα πλησίον του, του επέδεσα προχείρως τα τραύματά του και αφού τον έθεσα, μετά πολλού κόπου επί των ώμων μου ήρχισα να προχωρώ σιγά διότι δεν μου ήτο εύκολον να βαδίσω ευχερώς λόγω του φορτίου.

Κων/νος Κεφαλογιάννης – Κουντόκωστας

Εις μίαν στιγμήν ελιποθύμησεν. Προσπαθήσαμε να του δώσομε κουράγιο. Μου εζήτησε το μανδήλι, το οποίον έφερον επί της κεφαλής μου. Ξεπλήρωνα την επιθυμίαν του. Δεν ησθάνετο καλά. Με εκοίταξε εις τα μάτια ολίγον και κλείνοντάς τα εζήτησε να σφίξει το χέρι μου.

Επίστευε ότι θα αποθάνει. Μου ενεπιστεύθη τας τελευταίας του επιθυμίας. Δέσε μου τα μάτια Κώστα, μου είπεν διότι ησθάνετο ζάλην. Και προσέθεσε. «Δώσε χαιρετισμούς εις τον αδελφόν μου και εις το σπίτι μου και πες τους να μην στενοχωρούνται γιατί αυτό ήταν το τυχερό μου. Επίσης να δώσεις χαιρετισμούς στον Καπετάν Μιχάλη (Ξυλούρη) και εις τον Γεώργιον Δραμουντάνη και εις όλους τους φίλους μου». Ελιποθύμησεν εκ νέου. Προσεπάθησα με την βοήθειαν των άλλων να τον επαναφέρω εις τας αισθήσεις του, αλλά τούτο εστάθη αδύνατον. Η μόνη διαπίστωσις η οποία μας επέτρεπε να ελπίζωμεν ήτο η λειτουργία του σφυγμού του.

…κατευθυνθήκαμε προς το μέρος που τον αφήκα αλλά με λύπην μου διεπίστωσα ότι δεν ήταν εκεί και ψάχνοντας κάτω από τα κλαδιά που τον είχα σκεπάσει βρήκα την ταυτότητά του κρυμμένην εκεί. Ευρισκόμουνα σε αμηχανία. Τι να υποθέσω. Τον βρήκαν οι Γερμανοί και τον πήραν;

Αλλά ίχνη βημάτων των Γερμανών δεν φαινόταν. Τότε είπα στον Πιτσούλη ότι δεν θα γυρίσω άπρακτος. Γι’αυτό τον παρεκάλεσα που ήταν με πολιτική περιβολή να πάει στη Δαμάστα να ζητήσει τον Μαυράκην να ζητήσει πληροφορίες, καθώς και από άλλους Δαμαστιανούς, και του όρισα ως τόπον συναντήσεως την κορυφήν του βουνού. Ο Πιτσούλης προς τιμήν του ανεχώρησεν αμέσως.

Δεν είχεν όμως προχωρήσει πολύ οπότε άκουσα να με φωνάζει ο γέρων Κεφαλογιάννης  ότι εκεί πλησίον κάποιος βογγούσε. Εφώναξα τον Πιτσούλη κι εγύρισε και μαζί πήγαμε στο σημείον που ήταν ο Κεφαλογιάννης και με μεγάλη χαρά ευρήκαμεν τον τραυματίαν Σπιθούρη. Η συγκίνησίς μας ήταν απερίγραπτη, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και εκλαίγαμε πολλήν ώραν. Δίχως προφύλαξιν από περιπολούντα αυτοκίνητα τον πήραμε στα χέρια και τον μεταφέραμεν μακράν από κάθε γερμανικόν κίνδυνον.

Τότε με λίγα λόγια μας εξιστόρησεν ότι κατά το διάστημα των πυροβολισμών και της εξερευνήσεως των γερμανών έβγαλε κι έκρυψε την ταυτότητά του και έρποντας έφθασε εδώ που τον βρήκαμε. Εδώ όμως τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του και έπεσε ημιθανής, χωρίς να κάμει πλέον ένα βήμα. Τον τοποθετήσαμεν πάνω στο ζώον, και ταυτοχρόνως είπα στον Εμμ. Καλομοίρη να πάει τροχάδην στ’ Ανώγεια να ειδοποιήσει τον γιατρό Ν. Μανούσον να σπεύσει να παράσχει τις πρώτες βοήθειες στον τραυματίαν κι εμείς αναχωρήσαμε προς Ανώγεια.

Με την εκκίνησίν μας όμως ο τραυματίας δεν μπόρεσε να προχωρήσει πάνω στο ζώο γιατί κινούμενος υπέφερεν αφάνταστα από τις πληγές του. Τον κατεβάσαμε και έδωσα εντολή στον Πιτσούλη να χρησιμοποιήσει το ζώον και να πάει να βρει δυο σακιά αλεύρι να τα θέσωμε πάνω στο ζώο για να τοποθετηθεί ο τραυματίας και δυνηθεί να ταξιδέψει, εφ’όσον δεν είχαμε φορείον για την μετακίνησίν του.

Και όλα αυτά επειγόμενοι γιατί κατέφθασαν Γερμανοί ενεργούντες έρευνες σ’όλη την περιοχήν. Εν τούτοις εμείς παραμέναμεν κοντά στον ασθενή μας. Στο διάστημα της αναμονής μας επέστρεψαν οι δυο αγγελιοφόροι και μας επληροφόρησαν ότι ισχυρές γερμανικές δυνάμεις προερχόμενες από Ρέθυμνον και Ηράκλειον είχαν κυκλώσει τα Ανώγεια και την περιοχήν μας. Τότε εζήτησα από τους Μετοχιανούς να μου υποδείξουν ασφαλές καταφύγιον για τον τραυματίαν.

Μας υπέδειξαν τον Αχερόσπηλιο και εμείς τον μεταφέραμεν στα χέρια μας σε απόστασιν ενός και πλέον χιλιομέτρου. Όταν εφθάσαμεν ήταν περί την 10ην νυχτερινήν ώραν. Τότε απεφασίσαμεν να παραμείνομεν κοντά στον τραυματίαν και εάν μας εκύκλωναν οι Γερμανοί να τους κτυπήσομεν ν’ανοίξομε τον κλοιόν και να διαφύγομεν. Εμείναμε σύμφωνοι κι εμείναμε εκεί λίγο ψηλότερα για ευχέρεια κινήσεων. Εγώ μόνο παρέμεινα με τον ασθενή γιατί ήταν πολύ ανήσυχος και άυπνος εκ των τραυμάτων του. Και σ’όλη τη διάρκεια της νύχτας μου ζητούσε νερό, καιγόταν ο δυστυχής, αλλ’εγώ δεν του έδινα λόγω των τραυμάτων του να αναμένομεν τον γιατρό.

Το πρωί διαπιστώσαμε ότι οι Γερμανοί είχαν απομακρυνθεί. Τα τραύματα του τραυματία άρχισαν να μυρίζουν. Γι’αυτό με απεσταλμένους ζητήσαμε επιδέσμους από τα γύρω χωριά Αστυράκι και Μετόχια αλλά δυστυχώς δεν βρήκαν. Τότε παρεκάλεσα δυο γυναίκες από τα Μετόχια να βράσουν και πλύνουν καθαρά πανιά για να τα χρησιμοποιήσομεν ως επιδέσμους. Αυτό έγινε και ανακουφίστηκε ο τραυματίας με την αλλαγήν των τραυμάτων του..”.

Τελικά ο Μανόλης Σπιθούρης – Νταμπακομανόλης, με τη βοήθεια του Θεού και του Κώστα Κεφαλογιάννη – Κουντόκωστα, επέζησε του βαρύτατου τραυματισμού του. Παντρεύτηκε την Αικατερίνη και δημιούργησε πολυμελή οικογένεια, ενεργά μέλη και στολίδι της κοινωνίας των Ανωγείων.

 

 

 

(Από την ΑνωΓη)

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ
Click to Hide Advanced Floating Content