43 χρόνια από το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Του Γιάννη Πανταζόπουλου

 

Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Η ώρα είναι έξι. Μεταδίδουμε έκτακτη είδηση. Ο λαός πενθεί από σήμερα την αυγή τον θάνατο του Προέδρου της Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου».

Στις 3 Αυγούστου του 1977 ο πρώτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, περνά στην Ιστορία και στην αιωνιότητα.   Η είδηση για τον θάνατο του εθνάρχη της Κύπρου μεταδόθηκε αμέσως σε όλο το νησί και στο εξωτερικό μέσα από τη συχνότητα του ΡΙΚ.

Η ταφή του έγινε στο Θρονί της Παναγιάς στην περιοχή της Ιεράς Μονής Κύκκου, σε σημείο που επέλεξε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος ώστε να αγναντεύει ολόκληρη την Κύπρο. Μάλιστα, είχε δώσει συγκεκριμένες οδηγίες στον αρχιτέκτονα Ανδρέα Φιλίππου για τον τάφο και τον περιβάλλοντα χώρο του.

Όταν επισκέφθηκα το Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου για να πάρω συνέντευξη από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη, εντυπωσιάστηκα από το ιστορικό οικοδόμημα που στέγασε το κυβερνείο, το οποίο, μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου και την αναχώρηση του Άγγλου Κυβερνήτη το 1960, καθιερώθηκε ως το επίσημο προεδρικό μέγαρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Μερικά χρόνια αργότερα, συγκεκριμένα στις 15 Ιουλίου 1974, καταστράφηκε εξαιτίας του πραξικοπήματος εναντίον του Μακαρίου. Τα πάντα κάηκαν, εκτός από κάποιους τοίχους, που όμως υπέστησαν ζημιές.

Η δαιδαλώδης πορεία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου συμπεριλαμβάνει επιθέσεις, ταραχές, εξορίες, συμφωνίες, αντιπαραθέσεις, διεκδικήσεις, παραχωρήσεις, συμβιβασμούς, αμέτρητες συναντήσεις, γενικά αλλεπάλληλα γεγονότα. Πολλοί τον θαύμασαν και τον εξύμνησαν, άλλοι τον κατηγόρησαν.   Κατά την επίσκεψή μου στάθηκα στη μακέτα του προεδρικού μεγάρου όπως ήταν μετά το πραξικόπημα. Δεν μπορούσες να μην προσέξεις τα σημάδια που υπάρχουν ακόμη από τις σφαίρες που έπεσαν κατά την εισβολή των πραξικοπηματιών, το ορειχάλκινο άγαλμα του Μακαρίου, ύψους 3 μέτρων, στην είσοδο, αλλά και το παράθυρο από το οποίο διέφυγε. Φυσικά, ο μακρύς διάδρομος με έργα τέχνης της αρχαιότητας, οι καταπράσινοι κήποι και ο εξωτερικός διάδρομος με τα ξύλινα παντζούρια και τις καμάρες, όπως και ο πίνακας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στο γραφείο του Προέδρου είναι εξίσου αξιοπρόσεκτα.

«Εις τας 8.30 π.µ. είχα εις το Προεδρικόν Μέγαρον ακρόασιν µιας οµάδος µαθητών από την Αίγυπτον. Είχαν έλθει λίγα λεπτά ενωρίτερον. Εβγήκα από το γραφείον µου να χαιρετήσω τα παιδιά ένα ένα. Τότε ο επί κεφαλής των άρχισε να µε προσφωνή από χειρογράφου. Και εκείνες τις στιγµές, ενώ διάβαζε µίαν παράγραφον, ακούσθηκαν οι πρώτοι πυροβολισµοί. Σας δηλώ ότι δεν έδωσα και πάλιν ιδιαιτέραν σηµασίαν. ∆εν επήγε ο νους µου ακόµη εις τα όσα µε προειδοποίησαν. ∆ιότι δεν έπαυε η σκέψις µου να απορρίπτη ως τερατώδη κάθε ιδέαν ότι θα εγίνοντο η δολοφονία µου και η ανατροπή του καθεστώτος. Τα παιδιά είχαν τροµοκρατηθή και δεν ήξεραν τι να κάνουν και εγώ τους είπα: “Δεν είναι τίποτα, παιδιά µου”. Στρεφόµενος δε προς τον οµιλητήν, προσέθεσα: “Παρακαλώ, συνεχίστε”! Εκείνην την στιγµήν, όµως, εισώρµησεν ένας του προσωπικού, κραυγάζων έντροµος: “Μακαριώτατε, άρµατα επιτίθενται. Είναι για εσάς. Πρέπει να φύγετε! Να σωθήτε”…» έχει αφηγηθεί ο ίδιος ο Μακάριος σε συνέντευξή του, περιγράφοντας αναλυτικά τη βίαιη τροπή της Ιστορίας.

Τότε όλοι τον θεωρούσαν νεκρό, μέχρι που μεταδόθηκε το ιστορικό ηχητικό διάγγελμα από τον ελεύθερο ραδιοσταθμό της Κύπρου στην Πάφο. «Ελληνικέ κυπριακέ λαέ», θα πει, «γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος οµιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος τον οποίον συ εξέλεξες διά να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν. Είμαι ζωντανός. Και είμαι μαζί σου, συναγωνιστής και σηµαιοφόρος εις τον κοινόν αγώνα. Το πραξικόπημα της χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος και εφόσον εγώ ζω, η χούντα στην Κύπρο δεν θα περάσει».     Play 00:00 -02:49 Mute Settings Enter fullscreen Play Το ιστορικό διάγγελμα του Μακαρίου μετά το πραξικόπημα.

O Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1913 στο χωριό Άνω Παναγιά της Πάφου. Ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας Μούσκου. Ο πατέρας του Χριστόδουλος ήταν βοσκός, ενώ τη μητέρα του την έχασε σε ηλικία 11 ετών ‒ κάποια στιγμή αποκάλυψε ότι δεν είχε ούτε μία φωτογραφία της. Μεγάλωσε σε φτωχικό περιβάλλον, με στερήσεις, αγροτικές εργασίες και φροντίδα των ζώων. Όμως ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τη ζωή του χωριού. Του άρεσε το διάβασμα, ξεχώριζε από τα παιδιά της ηλικίας του και γοητευόταν από τους περιπάτους.   Έτσι, σε νεαρή ηλικία πήγε στη Μονή Κύκκου, όπου τον δέχτηκαν ως δόκιμο. Στις 7 Αυγούστου 1938 χειροτονήθηκε διάκονος και μετονομάστηκε από Μιχάλης σε Μακάριο. Τον ίδιο χρόνο στάλθηκε ως υπότροφος της Μονής Κύκκου στην Αθήνα για σπουδές στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1946 πήρε υποτροφία για σπουδές στη Βοστώνη.   Στις 8 Απριλίου 1948 εκλέχθηκε μητροπολίτης Κιτίου και στις 13 Ιουνίου χειροτονήθηκε επίσκοπος. Το 1949 είχε συνομιλίες στην Ελλάδα με τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό και άλλους επισήμους για το κυπριακό ζήτημα. Μετά από εισήγησή του, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου οργάνωσε στις 15 Ιανουαρίου 1950 Παγκύπριο Δημοψήφισμα, κατά το οποίο το 97% του ελληνικού κυπριακού πληθυσμού ψήφισε υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Στις 20 Οκτωβρίου 1950 εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος και εθνάρχης, διαδεχόμενος τον Μακάριο Β’. Αμέσως μετά την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου, ίδρυσε την Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας. Αργότερα επισκέφτηκε και πάλι την Αθήνα, οπότε και προσπάθησε να πείσει την ελληνική κυβέρνηση να προσφύγει στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για το κυπριακό ζήτημα.

Στις 9 Μαρτίου 1956 εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες, εφόσον οι συνομιλίες που είχε με τον Κυβερνήτη για το μέλλον της Κύπρου δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Αφού αφέθηκε ελεύθερος, η βρετανική κυβέρνηση τον κάλεσε στο Λονδίνο, όπου και υπογράφηκε η Συμφωνία του Λονδίνου, που ήταν η συνέχεια της Συμφωνίας της Ζυρίχης. Με τις συμφωνίες αυτές η Κύπρος θα ανακηρυσσόταν ανεξάρτητη δημοκρατία.

Στις 16 Αυγούστου του 1960 η Κύπρος πράγματι ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη δημοκρατία και ο Μακάριος ανέλαβε καθήκοντα Προέδρου, αφού κέρδισε τις εκλογές στις 13 Δεκεμβρίου 1959 με ποσοστό 66,29%. Τον Φεβρουάριο του 1968 επανεξελέγη Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στις 8 Μαρτίου 1970 έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του, ενώ επέβαινε σε ελικόπτερο που θα τον μετέφερε στην Ιερά Μονή Μαχαιρά για το μνημόσυνο του υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Γρηγόρη Αυξεντίου.

Τον Φεβρουάριο του 1973 επανεξελέγη, για τρίτη φορά, Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τη 15η Ιουλίου του 1974 το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών οργάνωσε πραξικόπημα για την ανατροπή του.   Ο Μακαριότατος, διασωθείς ως εκ θαύματος, αναχώρησε την επομένη, μέσω Μάλτας, για τη Βρετανία και από κει έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου και μίλησε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Την 20ή Ιουλίου του ίδιου έτους η Τουρκία, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το πραξικόπημα, εισέβαλε στην Κύπρο, κατέλαβε περίπου το 36% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκδίωξε περίπου το 28% των Ελληνοκυπρίων από τις πατρογονικές εστίες, σκότωσε αμάχους και προκάλεσε τεράστιες καταστροφές.

Εκείνη την περίοδο ο Μακάριος θα πει σε στενό του συνεργάτη: «Εάν δεν φορούσα τούτο εδώ το ράσο και αν δεν πίστευα ακράδαντα στα νάματα της χριστιανικής φιλοσοφίας, θα δικαιολογούσα γιατί οι άνθρωποι αυτοκτονούν».

Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του ο Μακάριος ήρθε αντιμέτωπος με μια νέα, δύσκολη πραγματικότητα. Η εισβολή είχε αφήσει πίσω της μια διαλυμένη οικονομία, έναν προσφυγικό πληθυσμό και συναντήσεις που σκοπό είχαν την επίλυση του Κυπριακού υπό το καθεστώς μιας ανεξάρτητης δικοινοτικής ομοσπονδιακής δημοκρατίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος κάποια στιγμή εκμυστηρεύτηκε στον οικονόμο του Γιώργο Θεοδότου πως: «Δεν μπορώ να ανεχθώ τον περήφανο κυπριακό λαό, τον οποίον άφησα με τα σπίτια του και με τις επιχειρήσεις του, να τον βρω μες στα τσαντίρια».

Η δαιδαλώδης πορεία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου συμπεριλαμβάνει επιθέσεις, ταραχές, εξορίες, συμφωνίες, αντιπαραθέσεις, διεκδικήσεις, παραχωρήσεις, συμβιβασμούς, αμέτρητες συναντήσεις, γενικά αλλεπάλληλα γεγονότα. Πολλοί τον θαύμασαν και τον εξύμνησαν, άλλοι τον κατηγόρησαν. Όμως καμία άλλη προσωπικότητα της μεγαλονήσου δεν ταυτίστηκε τόσο πολύ με την ιστορία της όσο ο Μακάριος, σημαδεύοντας για πάντα την πολιτική, εκκλησιαστική και κοινωνική ζωή της.

Επιπρόσθετα, επί των ημερών του το Κυπριακό μετατράπηκε από διμερές ελληνοβρετανικό σε διεθνές ζήτημα. Και παρά τις πολυάριθμες αντιδράσεις, κατάφερε να πετύχει την αναγνώριση της κυπριακής ανεξαρτησίας, θεμελίωσε το κοινωνικό κράτος, η Κύπρος γνώρισε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ φρόντισε να αναστηλωθούν και να επαναλειτουργήσουν πολλές αρχαίες μονές, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στη διάσωση της εκκλησιαστικής τέχνης στο νησί.   Ωστόσο, επειδή δεν ήταν λίγες οι στιγμές που βρέθηκε στο επίκεντρο λόγω των χειρισμών στο κυπριακό ζήτημα, υπήρξαν πολλοί που τον κατηγόρησαν για εσφαλμένες ενέργειες και μοιραίες αποφάσεις. Μεταξύ άλλων, θυμίζουν ότι ήταν δική του επιλογή ο στρατηγός της ΕΟΚΑ και ιδρυτής της αντικομμουνιστικής οργάνωσης Χ, Γεώργιος Γρίβας, ότι ήταν εκείνος που πυροδότησε την ένταση μεταξύ των δύο κοινοτήτων με τα «13 σημεία» του Συντάγματος και οδήγησε στο ναυάγιο του Σχεδίου Άτσεσον, που κατά πολλούς ήταν το καλύτερο που προσφέρθηκε ποτέ στην Κύπρο.

Τέλος, ήταν ο ίδιος που πήγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, λίγες ημέρες πριν από την τουρκική εισβολή, και ζήτησε την επέμβαση των εγγυητριών δυνάμεων για την αποκατάσταση του status quo. Ενδεικτικά μόνο να θυμίσουμε ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν είχε κρύψει τον εκνευρισμό του για την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Μακαρίου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Εγώ εμφανίζομαι ως προδότης και ο Μακάριος ως εθνάρχης».

Η τελευταία του ομιλία πραγματοποιήθηκε στο άνοιγμα της Διεθνούς Έκθεσης Κύπρου. Οι γιατροί του ήταν από κάτω και τον παρακολουθούσαν. Μόλις ανέβασε τους τόνους, μ’ ένα νεύμα τους τού ζήτησαν να σταματήσει. Ο Μακάριος τότε, εμφανώς συγκινημένος, συνέχισε λέγοντας: «Θα σταματήσω, αλλά πρέπει να τονίσω πως όσον η καρδία αυτή χτυπά, οι παλμοί της θα είναι παλμοί αγώνα για τη σωτηρία της Κύπρου».

Στις 3 Αυγούστου του 1977 και ώρα 05:15 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πεθαίνει από έμφραγμα.   Αναμφίβολα, πρόκειται για μια αινιγματική προσωπικότητα. Υπερήφανος, οραματιστής, ανυποχώρητος, υπερόπτης, χαρισματικός και ευφυής είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που τον συνοδεύουν ακόμη και μετά θάνατον. Άλλωστε, ποιος μπορεί να ξεχάσει το μνημειώδες σύνθημα: «Ο Μακάριος ζει».

Το βέβαιο είναι πώς όλοι συμφωνούν στο εξής: θεωρείται κορυφαία ηγετική φυσιογνωμία που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στην πολυσέλιδη ιστορία της Κύπρου, του τρίτου μεγαλύτερου νησιού της Μεσογείου.

 

 

 

Πηγή: www.lifo.gr

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ