Οι επιπτώσεις της βίας κατά των γυναικών στα παιδιά

Γράφει η Μαριαλένα Μπαμιεδάκη(*)

Η βία στην οικογένεια φέρνει βία στην κοινωνία. Γι’αυτό, και δεν αποτελεί προσωπική ή οικογενειακή υπόθεση αλλά κοινωνικό πρόβλημα που αφορά όλους μας. Η κακοποίηση και η βία στην οικογένεια είναι ένα φαινόμενο που υπήρχε πάντα όμως τα τελευταία χρόνια και ειδικά η περίοδος της καραντίνας απογείωσε τον αριθμό περιστατικών της ενδοοικογενειακής βίας. Πολλά παιδιά που εκτίθενται σε βία στο σπίτι είναι επίσης θύματα κακοποίησης. Τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο μακροχρόνιων προβλημάτων σωματικής και ψυχικής υγείας. Πάνω από 15 εκατομμύρια παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες ζουν σε σπίτια στα οποία η ενδοοικογενειακή βία έχει συμβεί τουλάχιστον μία φορά. Αυτά τα παιδιά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να επαναλάβουν τον κύκλο της βίας ως ενήλικες με τη σύναψη καταχρηστικών σχέσεων ή με την ίδια τη χρήση της βίας στις δικές τους σχέσεις. Για παράδειγμα, ένα αγόρι που βλέπει τη μητέρα του να κακοποιείται είναι 10 φορές πιο πιθανό να κακοποιήσει τη γυναίκα του ως ενήλικας. Ένα κορίτσι που μεγαλώνει σε ένα σπίτι όπου ο πατέρας της κακοποιεί τη μητέρα της είναι περισσότερο από έξι φορές πιο πιθανό να κακοποιηθεί σεξουαλικά από ένα κορίτσι που μεγαλώνει σε ένα μη καταχρηστικό σπίτι.

Επιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας στα παιδιά

Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε σπίτια όπου ένας γονέας κακοποιείται μπορεί να αισθάνονται φοβισμένα και ανήσυχα. Μπορεί να είναι πάντα επιφυλακτικά και να αναρωτιούνται πότε θα συμβεί το επόμενο βίαιο γεγονός. Αυτό μπορεί να τους κάνει να αντιδράσουν με διαφορετικούς τρόπους, ανάλογα με την ηλικία τους.

Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας  βιώνοντας τη βία μέσα στην οικογένειά τους μπορεί να αρχίσουν να κάνουν πράγματα που έκαναν όταν ήταν μικρότερα, όπως βρέξιμο του κρεβατιού, πιπίλισμα αντίχειρα, κλάμα και γκρίνια. Μπορεί επίσης να εμφανίσουν δυσκολίες με τον ύπνο. Δείχνουν σημάδια τρόμου, όπως τραύλισμα και σημάδια σοβαρού άγχους αποχωρισμού.

Τα παιδιά σχολικής ηλικίας μπορεί να αισθάνονται ένοχα για την κακοποίηση και να κατηγορούν τον εαυτό τους. Η ενδοοικογενειακή βία και κακοποίηση επηρεάζει αρνητικά την αυτοεκτίμηση των παιδιών. Μπορεί να μην συμμετέχουν σε σχολικές δραστηριότητες, να παρουσιάζουν χαμηλή σχολική επίδοση και αυτοεκτίμηση, να έχουν λιγότερους φίλους από τα άλλα παιδιά και να μπερδεύονται πιο συχνά. Σωματικά μπορεί να έχουν πολλούς πονοκεφάλους και στομαχόπονο.

Οι έφηβοι που βιώνουν κακοποίηση μπορεί να αντιδράσουν με αρνητικούς τρόπους, όπως μάχη με μέλη της οικογένειας, συνήθως του βιαιοπραγούντος ή να παραμελούν το σχολείο. Μπορεί επίσης να εμπλέκονται σε επικίνδυνες συμπεριφορές, κατανάλωση αλκοόλ ή χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μπορεί να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και να δυσκολεύονται να κάνουν φίλους. Ενδεχομένως  να ξεκινήσουν να εκφοβίζουν άλλους και είναι πιο πιθανό να εμπλακούν σε συμπεριφορές που θα τους φέρουν αντιμέτωπους με το νόμο. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι πιο συνηθισμένος στα αγόρια εφηβικής ηλικίας, οι μητέρες των οποίων κακοποιούνται. Τα κορίτσια είναι πιο πιθανό από τα αγόρια να αποσυρθούν και να παρουσιάσουν κατάθλιψη.

 

Τρόποι Αντιμετώπισης και στήριξης παιδιών που έχουν γίνει μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας

Τα παιδιά που γίνονται μάρτυρες συναισθηματικής, σωματικής ή σεξουαλικής κακοποίησης διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για προβλήματα υγείας ως ενήλικες. Τα προβλήματα αυτά περιλαμβάνουν καταστάσεις ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη και άγχος. Μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν διαβήτη, παχυσαρκία, καρδιακές παθήσεις, κακή αυτοεκτίμηση.

Κάθε παιδί αποκρίνεται διαφορετικά στην κακοποίηση. Μερικά παιδιά είναι πιο ανθεκτικά και μερικά είναι πιο ευαίσθητα. Το πόσο επιτυχής είναι η αντίδραση ενός παιδιού στην ανάρρωση από κακοποίηση εξαρτάται από πολλά πράγματα, όπως: α) ένα καλό σύστημα υποστήριξης ή καλές σχέσεις με αξιόπιστους ενήλικες, β) υψηλή αυτοεκτίμηση, γ) υγιείς φιλίες. Αν και τα παιδιά πιθανότατα δεν θα ξεχάσουν ποτέ τι είδαν κατά τη διάρκεια της κακοποίησης, μπορούν να μάθουν υγιείς τρόπους για να αντιμετωπίσουν τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις τους καθώς ωριμάζουν. Όσο πιο γρήγορα ένα παιδί λάβει βοήθεια, τόσο καλύτερες είναι οι πιθανότητες να γίνει ψυχικά και σωματικά υγιής ενήλικας.

Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, το πρώτο και ουσιαστικό βήμα είναι η αναγνώριση ενός τέτοιου παιδιού. Στη συνέχεια και αφού οι εκπαιδευτικοί διαπιστώσουν την ύπαρξη ενός τέτοιου παιδιού στην τάξη τους καλό είναι να καταφέρουν να εντάξουν το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας στο αναλυτικό τους πρόγραμμα και να ξεκινήσουν την ενημέρωση παράλληλα με τα μαθήματα που διδάσκουν υπό μορφή διαθεματικής προσέγγισης. Το ζητούμενο είναι να εμπνεύσουν στα παιδιά τη δύναμη και το κίνητρο να μιλήσουν σε κάποιον που θεωρούν έμπιστο και να βοηθήσουν τα παιδιά να κατανοήσουν την σημασία των υγειών σχέσεων. Επίσης πολύ σημαντικό είναι να παρακινήσουν τα παιδιά να μιλήσουν για τον φόβο τους. Αφού πρώτα τον αναγνωρίσουν, στη συνέχεια να τον εκφράσουν και τέλος να κατανοήσουν πως δεν ευθύνονται τα ίδια για αυτά που νιώθουν.

Επίσης το καθημερινό σχολικό πρόγραμμα, εάν είναι σωστά δομημένο, μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες για την υποστήριξη του παιδιού. Οι αρνητικές ιδέες που είναι κοινές μεταξύ των παιδιών που ζουν σε κακοποιητικό περιβάλλον μπορούν να αντισταθμιστούν από θετικές σχολικές εμπειρίες και αίσθηση επίτευξης. Το αίσθημα απομόνωσης που αντιμετωπίζουν συχνά τα παιδιά αυτά μπορεί να αντισταθμιστεί παρέχοντας αυξημένη επαφή με τους συμμαθητές και την ευκαιρία να κάνουν φίλους, μέσα από την ομαδική εργασία στην τάξη. Οι θερμοί δάσκαλοι μπορούν να επιτρέψουν στα παιδιά να δουν τους ενήλικες με θετικό, υποστηρικτικό τρόπο.

Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται στη μοναδική θέση να παρέχουν πολύτιμη υποστήριξη σε παιδιά που βιώνουν κακοποίηση μέσα στο σπίτι τους. Η εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για την αξιολόγηση ειδικών αναγκών και προγραμμάτων σχεδιασμού για να ταιριάζει σε αυτές τις ανάγκες πρέπει να υπάρχει στα σχολεία. Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είναι επιμορφωμένοι και ειδικευμένοι στη συνεργασία με παιδιά και γονείς, που ζουν σε κακοποιητικά περιβάλλοντα. Το σχολείο, οφείλει να παρέχει ένα σταθερό περιβάλλον. Η ευαισθησία στην ανάγκη ενός παιδιού για συνέπεια είναι ζωτικής σημασίας. Οι δάσκαλοι στην τάξη, πρέπει να προσέχουν την ανάγκη ενός παιδιού για συνέπεια και να προσπαθούν να βρουν τρόπους για να καλύψουν την ανάγκη τους.

 

 

 

(*) Η Μαριαλένα Μπαμιεδάκη είναι Εκπαιδευτικός, Αναπληρωματικό Μέλος της ΠΕΠΙΣ Κρήτης, Εκπρόσωπος Γενικής Γραμματείας Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων

 

 

 

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ