Η στρατηγική για ισχυροποίηση των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων

Της Ντόρας Μπακογιάννη(*)

Δύο ερωτήματα έχουν τεθεί για το ζήτημα του διαλόγου με την Τουρκία. Το πρώτο αφορά αυτόν καθαυτόν τον διάλογο. Εάν μπορεί μια χώρα με τη συμπεριφορά που επιδεικνύει η Τουρκία να διαλέγεται καλόπιστα με την Ελλάδα. Το δεύτερο, και ίσως το πιο ουσιαστικό, είναι αν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση η όποια μπορεί να επιδιώξει πολιτική λύση στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ με την Τουρκία. Επί χρόνια αυτές οι δύο πολιτικές συγκρούονταν στους ασχολούμενους με την εξωτερική πολιτική. Μέχρι τώρα, με διάφορα διαλείμματα, η πολιτική της αδράνειας έχει κερδίσει έναντι της πολιτικής ειλικρινούς επιδίωξης λύσης με τη γειτονική χώρα.

Σήμερα, κάνοντας έναν απολογισμό, οφείλει κανείς να πει ότι, ενώ η στρατηγική του Ελσίνκι είχε ως αποτέλεσμα αρκετά χρόνια σχετικής ηρεμίας, δεν ολοκληρώθηκε και σήμερα η πραγματική ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. φαντάζει αδύνατη. Με τα τωρινά δεδομένα η Τουρκία φαίνεται να διεκδικεί για τον εαυτό της έναν ευρύτερο ρόλο στη Μεσόγειο, ένα ρόλο όμως που οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν είναι διατεθειμένες να της αναγνωρίσουν.

Η σημερινή Τουρκία αντιμετωπίζει μια διαφοροποιημένη μεν αλλά εξίσου μεγάλη πρόκληση σε σχέση με την Ευρώπη. Δεδομένης της διαρκούς επιδείνωσης της οικονομικής της κατάστασης, τις ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, την εκρηκτική κατάσταση στη Λιβύη και τα προβλήματα στην Συρία, η Τουρκία χρειάζεται μια σταθερή και ειλικρινή σχέση με την Ευρώπη. Αυτή όμως δεν μπορεί να υπάρξει εάν δεν μειωθούν οι εντάσεις και οι λογικές των κανονιοφόρων και των απειλών.

Με βάση το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο αποτελεί και την κεντρική θέση της Ελλάδος, στα άρθρα 74 και 83 της Σύμβασης για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας για την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας αναφέρεται επί λέξει:

«1. Η οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης μεταξύ κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το Διεθνές Δίκαιο όπως ορίζεται στο άρθρο 38 του καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, με σκοπό την επίτευξη δίκαιης λύσης.

2. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, τα ενδιαφερόμενα κράτη προσφεύγουν στις διαδικασίες που προβλέπονται στο μέρος XV.

3. Εκκρεμούσης της συμφωνίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα ενδιαφερόμενα κράτη, σε πνεύμα κατανόησης και συνεργασίας, καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη προσωρινών διευθετήσεων πρακτικού χαρακτήρα και, κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, για να μη θέσουν σε κίνδυνο ή παρεμποδίσουν την επίτευξη οριστικής συμφωνίας. Οι διευθετήσεις αυτές δεν επηρεάζουν την τελική οριοθέτηση.

4. Οπου ισχύει συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών, τα ζητήματα που αναφέρονται στην οριοθέτηση της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας».

Η ανωτέρω παράγραφος 3 περιέχει δύο διακριτές υποχρεώσεις: Τα ενδιαφερόμενα κράτη, ενόσω εκκρεμεί συμφωνία οριοθέτησης, σε ένα πνεύμα κατανόησης και συνεργασίας οφείλουν α) να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη προσωρινών διευθετήσεων πρακτικού χαρακτήρα και β) να απόσχουν από ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο ή μπορεί να προδικάσουν την επίτευξη τελικής συμφωνίας (μονομερείς ενέργειες και ιδίως έρευνες ή γεωτρήσεις στις προς οριοθέτηση περιοχές θεωρούνται αντίθετες με την υποχρέωση αυτή και επισύρουν τη διεθνή ευθύνη του παραβιάζοντος κράτους, πολλώ δε μάλλον αν συνοδεύονται και από απειλές κατά της κυριαρχίας του άλλου μέρους).

Η Ελλάδα, λοιπόν, ορθώς προσέρχεται σε νέες διερευνητικές επαφές, συνεχίζοντας από εκεί όπου αυτές σταμάτησαν. Με βάση αυτές τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, που συνιστούν και διεθνές εθιμικό δίκαιο και συνεπώς δεσμεύουν κάθε κράτος ανεξαιρέτως, η υποχρέωση της Ελλάδος και της Τουρκίας να διαπραγματευθούν υφίσταται για τη διευθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Και όπως ρητά προβλέπει το διεθνές δίκαιο, κατά τη διάρκεια αυτών των συνομιλιών, κάθε μορφής ένταση πρέπει να αποφεύγεται.

Πολιτικά όμως, για να επιστρέψω και στο δεύτερο ερώτημα που είχε τεθεί αρχικά, εάν δηλαδή είναι εφικτή μια πολιτική λύση, θα έλεγα ότι η επιβάρυνση του κλίματος, ιδιαίτερα μετά την ανακήρυξη τόσο της Μονής της Χώρας όσο και της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, καθιστά αναγκαίες και κάποιες κινήσεις καλής θέλησης από πλευράς Τουρκίας, όπως για παράδειγμα την επαναλειτουργία της Σχολής της Χάλκης. Ούτε η Αγία Σοφία ούτε η Χάλκη είναι θέματα διμερή. Είναι όμως και τα δύο αποφάσεις μέγιστου πολιτικού συμβολισμού.

Συμπερασματικά, η ένταξη του διμερούς διαλόγου στο πλαίσιο του ευρύτερου ευρωπαϊκού διαλόγου με την Τουρκία είναι η επιβεβλημένη ελληνική στρατηγική για την ισχυροποίηση των ελληνικών θέσεων και συμφερόντων. Επειτα από πολλά χρόνια, όπως έγραψαν πρόσφατα οι New York Times, η Ευρώπη ανακαλύπτει ότι ο «ελέφαντας είναι μέσα στο δωμάτιο» και δεν μπορεί πλέον να αγνοεί τους κινδύνους που δημιουργούνται.

Στο ερώτημα αν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση η οποία μπορεί να επιδιώξει επιτυχώς πολιτική επίλυση των θεμάτων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ με την Τουρκία, η απάντηση είναι «ναι, υπάρχει». Και είναι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειονότητας του ελληνικού λαού, με τη σύμφωνη γνώμη των υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων της χώρας και με τις ισχυρότατες συμμαχίες που έχει κατακτήσει διεθνώς.

Ιδιαίτερα μετά την επιτυχημένη συμφωνία με την Αίγυπτο, η θέση της Ελλάδας ισχυροποιείται ακόμη περισσότερο και άρα τώρα είναι η ώρα, με αυτοπεποίθηση και σιγουριά για τη δύναμη των ελληνικών επιχειρημάτων, με εθνική συναίνεση να επιδιώξουμε την επίλυση αυτών των θεμάτων, ή τουλάχιστον να συμφωνήσουμε ότι θα προσφύγουμε στη Χάγη.

* Η κ. Ντόρα Μπακογιάννη είναι βουλευτής της Ν.Δ. στον νομό Χανίων.

 

 

Δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή”

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ