79 χρόνια από το ολοκαύτωμα της Βιάννου

Του Γεωργίου Στρατογιαννάκη(*)




«Οι ήρωες τούτης της εκατόμβης αλλάζουν τον ρυθμό του κόσμου, μεταβάλλουν το έρεβος του θανάτου σε θριαμβικό φως ζωής, τον πόνο της απώλειας σε περηφάνεια προσφοράς, τη θλιβερή επέτειο σε γιορτή και τιμή»

(Ομιλία με αφορμή την 79η επέτειο από το ολοκαύτωμα της Βιάννου)

 

Η κληρονομιά του Ολοκαυτώματος της μαρτυρικής επαρχίας Βιάννου, που τιμούμε σήμερα μετά από 79 χρόνια, ανήκει στους σταθμούς της ιστορικής μνήμης του ελληνικού λαού ως ορόσημο ελευθερίας. Σ’ αυτήν την εσχατιά της πατρίδας μας άναψε η φλόγα της οργανωμένης εθνικής αντίστασης στην  Κρήτη.

Ο Καζαντζάκης λέει ότι για τον ελεύθερο άνθρωπο δεν υπάρχει διαφυγή από την ευθύνη.  Οι πεσόντες – ήρωες που τιμούμε σήμερα μας δίδαξαν τι θα πει ελευθερία. 

Θα ήμασταν αχάριστοι και επιλήσμονες αν δεν αναλαμβάναμε την ευθύνη της ανάδειξης της θυσίας τους με εκδηλώσεις και επιτάφιους λόγους, που μπορεί, βέβαια, να υπολείπονται σε σχέση με τις πράξεις τους, είναι, όμως, συμπλήρωμα τους στην μακραίωνη ελληνική παράδοση από την αρχαιότητα, ενώ καθιερώθηκαν με την επίγνωση ότι ο χρόνος είναι σκληρός με τη μνήμη και ότι όσοι ζούμε και αγαπάμε τον τόπο μας έχουμε χρέος να υπενθυμίζουμε την ιστορία του στα παιδιά μας προβάλλοντας το ανεξίτηλο πρότυπο θυσίας των προγόνων μας. 

Η αγωνία μας είναι να βιώσουμε κι εμείς σήμερα αυτό το αίσθημα αυτοπροαίρετης προσφοράς, να νοιώσουμε τι σημαίνει να δίνεις και τη ζωή σου για το κοινό καλό, πως είναι να υπερβαίνεις τον φόβο, να νικάς τον ίδιο τον θάνατο. Η επέτειος του Ολοκαυτώματος δεν είναι μόνο ιστορία, είναι η ζωή μας, οι μνήμες μας, η παράδοση που οδηγεί τα βήματά μας στο μονοπάτι της δικαιοσύνης και της ευθύνης.

Τα γεγονότα, που συνθέτουν το χρονικό του ολοκαυτώματος, είναι γνωστά σ’ όσους δίνουν το παρόν στην επέτειο τους. Είναι αναγκαία, ωστόσο, η συνοπτική αναφορά τους, αφού, έστω και ένας άνθρωπος να  μην τα έχει ακούσει, πρέπει να αφομοιωθούν από την ιστορική συνείδηση του κόσμου. 

Η αρχή τους ανάγεται στον Μάϊο του 1941, όταν συγκεντρώθηκαν τα υπολείμματα του Ελληνικού στρατού στα Πεζά για τη συνθηκολόγηση μετά τη μάχη της Κρήτης. Εκεί, ο Έφεδρος Αξιωματικός Αλέξανδρος Ραφτόπουλος από την Άνω Βιάννο που είχε επιστρατευτεί για την οργάνωση της πολιτοφυλακής και 10 ακόμη νεαροί αξιωματικοί δηλώνουν στο έκπληκτο Γερμανό αξιωματικό ότι δεν παραδίδουν τα όπλα τους και θα συνεχίσουν τον Αγώνα.

Έτσι, δημιουργείται ο πρώτος αντιστασιακός πυρήνας στην Κρήτη που  ανέλαβε να συνεχίσει τις επαφές για το συντονισμό της αντίστασης στην Κρήτη και τη στήριξη του λαού και των Συμμαχικών στρατευμάτων που δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ο Ραφτόπουλος πηγαίνει στη Βιάννο και με ανθρώπους που εμπιστευόταν δημιουργεί πυρήνες σε όλα τα χωριά της, στη Α. Βιάννο με τον Ιλαρχο Ραπτάκη, το Νίκο Κατσαράκη και τον Αγαμέμνονα, Στον Αγ. Βασίλειο με τον ιατρό Νικόλαο Κονδυλάκη, στον Βαχό, με τον Ηρακλή Πνευματικάκη και τον Γιάννη Αγγελάκη, στα Αμιρά με τον Γιάννη Ραπτάκη και στη Σύμη με το Μανώλη Φραγκάκη. Αργότερα στις 3. 8.1941 σε συνάντηση στους Φιλίππους υπογράφηκε το πρωτόκολλο για την ίδρυση της 1ης αντιστασιακής οργάνωσης της Κρήτης (Κεντρική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή) και καθορίστηκαν οι στόχοι της και εκλέχθηκε αρχηγός της ο Αλέξανδρος Ραφτόπουλος με συνεργάτη τον κτηνίατρο Σταματουλάκη από την Κάτω Βιάννο.  

  Παρά τη σύλληψη του Ραφτόπουλου από τους Ναζί κατακτητές και την εκτέλεσή του στην Αγυιά Χανίων,  στα Λασιθιώτικα βουνά, στα τέλη του 1942, πάνω από τα χωριά της επαρχίας Βιάννου και τα γειτονικά της Ιεράπετρας, έχει ισχυροποιηθεί το  αντάρτικο με τους κυνηγημένους, από τους κατακτητές, Κρητικούς από όλη την Ανατολική Κρήτη. Το σώμα αυτό εξελίχθηκε στη σημαντικότερη αντιστασιακή δύναμη της Κρήτης, καθώς εφοδιαζόταν και τρεφόταν από το ντόπιο πληθυσμό. 

        Τον Αύγουστο του 1943 οι Γερμανοί εγκατέστησαν ένα φυλάκιο από τρεις στρατιώτες στο χωριό Κάτω Σύμη, στο δρόμο που συνέδεε τα χωριά της επαρχίας Βιάννου με τα αορείτικα λημέρια των ανταρτών. 

            Στις 8 Σεπτεμβρίου διαδόθηκε δήθεν ότι οι Άγγλοι θα έκαναν απόβαση στην Κρήτη και συγκεκριμένα στα νότια  παράλια του νομού Ηρακλείου. 

           Τη νύχτα της 9ης προς τη 10η Σεπτεμβρίου 1943 δύο από τους τρεις στρατιώτες του γερμανικού φυλακίου της Σύμης σκοτώθηκαν από αντάρτες του καπετάνιου Μανώλη Μπαντουβά.

           Μετά από αυτήν την αμφιλεγόμενη ενέργεια, μεγάλη δύναμη γερμανικού στρατού συγκεντρώθηκε στην Άνω Βιάννο και στις 12 Σεπτεμβρίου ένα μέρος από αυτόν προχώρησε ανατολικά με κατεύθυνση προς την Κάτω Σύμη με είκοσι περίπου ντόπιους ομήρους. Οι αντάρτες ειδοποιήθηκαν αμέσως για τις κινήσεις των Γερμανών. Τέσσερις ομάδες, από όλες τις παρατάξεις των Οργανώσεων, ενωμένες,  έπιασαν κατάλληλες θέσεις στην Κάτω Σύμη και στα υψώματα που βρίσκονται στην ανατολική και δυτική πλευρά της κοιλάδας, όπου και χτύπησαν ξαφνικά τους Γερμανούς.

Οι εισβολείς αιφνιδιάστηκαν, καθώς σκοτώθηκαν αρκετοί με το πρώτο χτύπημα, και άφησαν τους ομήρους, που τους ξέφυγαν, οι οποίοι ενώθηκαν με τους αντάρτες. Η μάχη γενικεύτηκε στην περιοχή μεταξύ Σύμης και Πεύκου και κράτησε ως αργά, οπότε οι αντάρτες αποσύρθηκαν στο βουνό με ελάχιστες απώλειες. Θεωρείται η πιο σκληρή μάχη που δόθηκε απέναντι σε οργανωμένο γερμανικό στράτευμα, κατά τη διάρκεια της κρητικής αντίστασης.

Δυστυχώς, ο ντόπιος και άοπλος πληθυσμός θα πληρώσει το βαρύ τίμημα μιας επαίσχυντης, εκδικητικής και άνανδρης επίθεσης.

Οι Γερμανοί, μετά από τη μάχη, αφού σκότωσαν όσους άντρες βρήκαν στην Κάτω Σύμη και στον Πεύκο, στις 14 Σεπτέμβρη 1943, ημέρα Τρίτη, έβαλαν φωτιά στα δύο αυτά χωριά και συγχρόνως, κυκλώνοντας τα χωριά της επαρχίας  Βαχό, Αμιρά, Κεφαλοβρύσι, Κρεβατά και Άγιο Βασίλειο, σκότωσαν όλους τους άντρες που βρήκαν. Οι εντολές ήταν, άλλωστε σαφείς: Ο Γερμανός στρατηγός, Δ/της Φρουρίου Κρήτης, Μπρόγιερ, σε διαταγή του προς τις στρατιωτικές δυνάμεις που εστάλησαν στη Βιάννο αναφέρει: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου, εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Κάποιοι διαφεύγουν, οι πολλοί, όμως, παραμένουν και εκτελούνται. Στα ξημερώματα της 14ης Σεπτεμβρίου, άρχισαν οι ομαδικές εκτελέσεις σε όλα τα χωριά. Το χωριό Αμιρά υπέστη τη μέγιστη ανθρωπιστική καταστροφή: στη θέση Μελιανά εκτελέστηκαν 114 άντρες. Μικρότερος, αλλά σημαντικός ήταν ο αριθμός αυτών που εκτελέστηκαν και στα άλλα χωριά της Βιάννου και της Ιεράπετρας.

        Μετά τις εκτελέσεις μέσα στα χωριά, οι Γερμανοί άρχισαν την εκκαθάριση όλης της περιοχής σε πλάτος πέντε χιλιομέτρων από την παραλία, που κηρύχτηκε “νεκρή ζώνη” και σκότωναν σ’ αυτήν χωρίς καμία διάκριση όσους βρίσκανε, άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά.

           Οι εκτελεσθέντες από τα παραπάνω χωριά της Βιάννου και της Ιεράπετρας, από 14 μέχρι 16 Σεπτέμβρη του 1943, είναι 401. Κι αν προσθέσουμε σ’ αυτούς, όσους εκτελέστηκαν σε άλλες ημερομηνίες ή άλλες περιοχές στη διάρκεια της Κατοχής, οι νεκροί της επαρχίας Βιάννου και του δυτικού διαμερίσματος της επαρχίας Ιεράπετρας φτάνουν τους 461 καθιστώντας τη σφαγή του μικρού αλλά ηρωικού τόπου μας μια αληθινή ανθρωπιστική καταστροφή, τη 2η σε πλήθος εκτελεσθέντων πανελλαδικά στους αμέτρητους μαρτυρικούς τόπους που αφειδώς προσέφερε η Ελλάδα στο βωμό της ελευθερίας. 

          Στις 30 Σεπτεμβρίου διατάχθηκε από τους Γερμανούς να εκκενωθούν τα χωριά Κεφαλοβρύσι, Κρεβατάς, Πεύκος, Σύμη, Καλάμι και Συκολόγος της επαρχίας Βιάννου. Από τις 14 Οκτωβρίου, ένα μήνα δηλαδή μετά τις ομαδικές εκτελέσεις, συνεργεία Γερμανών άρχισαν να κατεδαφίζουν με δυναμίτες και να πυρπολούν τα χωριά αυτά, που είχαν εκκενωθεί. Το ίδιο έγινε και στα χωριά της Δ. Ιεράπετρας, Μύρτος, Γδόχια, Μουρνιές και στον οικισμό “Καημένου” της Ρίζας, που λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν            

               Στις 17 του Σεπτέμβρη οι ομαδικές εκτελέσεις σταμάτησαν, μετά και από παρεμβάσεις του Ερυθρού Σταυρού, ενώ στο Γυμνάσιο της Άνω Βιάννου ήταν εκατοντάδες αιχμάλωτοι προς εκτέλεση, οι οποίοι διασώθηκαν την τελευταία στιγμή. 

     Οι διασωθέντες, οι μαυροφορεμένες χήρες, τα ορφανά βίωσαν ανείπωτα βάσανα και ταλαιπωρίες για την επιβίωσή τους σε έναν ερειπωμένο και καταληστευμένο από τους Γερμανούς ναζιστές τόπο, χωρίς να απωλέσουν ούτε για μια στιγμή την αξιοπρέπεια τους.  Θα θυμίσω ότι ο Καζαντζάκης, ως μέλος της επιτροπής καταγραφής ωμοτήτων, κατά την παραμονή του στη Βιάννο και τις επισκέψεις του στα μαρτυρικά χωριά της, παρατηρεί για τις χήρες βιαννίτισσες, ότι περίμενε να δει χέρια απλωμένα και εκκλήσεις για βοήθεια και, αντιθέτως, συνάντησε αξιοπρέπεια και σεβασμό. 

Η Βιάννος έγινε με τη θυσία της η επιτομή του στίχου της Ρωμιοσύνης του Ρίτσου «Ετούτο το τοπίο…σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του…»   

 Γιατί ο τόπος μας, σε αυτή την αγωνιστική του πορεία, στο παρανάλωμα που του επεφύλαξαν οι σφαγείς και οι δυνάστες των λαών, έγινε φως, ήλιος ελευθερίας και δικαιοσύνης. Ο λαός μας, στην πρόκληση της ιστορικής συγκυρίας και του ύψιστου χρέους, απάντησε ΣΥΝΕΙΔΗΤΑ, στον Μπρόγιερ, τον Μίλερ και στον κάθε μεταγενέστερο θαυμαστή του ή αναθεωρητή της ιστορίας πως ΟΧΙ  δε θα την αφανίσει τη Βιάννο και την κάθε Βιάννο, διαχρονικό σύμβολο ανθρώπινου αγώνα, με όλο το αξιακό και δημοκρατικό περιεχόμενό της. 

Οι πρόγονοί μας, λόγω του αδούλωτου ήθους τους, σφυρηλατημένου από βιώματα αδιάλειπτης συμμετοχής σε εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, με τη θυσία τους, όπως λέει ο Ελύτης, «εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σαν σημαία…» και παρά τον σπαραγμό τους δίδαξαν τι θα πει αγώνας, πολιτισμός, δικαιοσύνη. Απέναντι στο συνειδητό έγκλημα αντέτειναν τη συνειδητή Αντίσταση. Απέναντι στη βαρβαρότητα όρθωσαν το προαιώνιο ιδανικό της Ελευθερίας. Αντιμετώπισαν το άδικο μιας απάνθρωπης  πυγμής με τον πόθο και την ελπίδα ενός ανθρώπινου κόσμου.    

Διατρανώνουμε και σήμερα, με αφορμή τη 79η επέτειο, ότι οι αξίες αυτές δεν παρέρχονται επειδή περνούν τα χρόνια και κάποιοι προσδοκούν ή επενδύουν στη συλλογική αμνησία των λαών. Για μας, η ευθύνη, η δικαιοσύνη, η ανθρωπιά δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Στους σημερινούς μισαλλόδοξους καιρούς, οι νεκροί – θύματα του ολοκληρωτισμού είναι εσαεί παρόντες και από τη Βιάννο, τούτο το «αλωνάκι των ηρώων» αντηχεί παντού το μήνυμα τους: η αναγνώριση της θυσίας τους παραμένει ανεξάλειπτο δικαίωμα που ένωσε και ενώνει τους Κρήτες, τους  Έλληνες, τους ανθρώπους, όπου γης, που πιστεύουν στην ειρήνη και την ευημερία. Μέσω αυτών των αξιών οι ήρωες τούτης της εκατόμβης αλλάζουν τον ρυθμό του κόσμου, μεταβάλλουν το έρεβος του θανάτου σε θριαμβικό φως ζωής, τον πόνο της απώλειας σε περηφάνεια προσφοράς, τη θλιβερή επέτειο σε γιορτή και τιμή. 

Λέει η Αγία Γραφή: «ο τόπος, ον συ έστηκας, γη αγία εστί», τα χώματα, στα οποία βρισκόμαστε είναι ιερά. Η δικαιοσύνη απλώνεται σα μοίρα του τόπου μας και όλων των Ελλήνων.

 

(*)Ο κ. Γεώργιος Στρατογιαννάκης είναι Εκπαιδευτικός – Φιλόλογος και Πρόεδρος του Συλλόγου Βιαννιτών της Αθήνας «Ο Διαβάτης»

 



ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ
Click to Hide Advanced Floating Content